Φάκελος Ορθοδοξία



Άρθρα και μελέτες για την ιστορία και τα χαρακτηριστικά του ορθοδόξου πολιτισμού, την κληρονομιά του Βυζαντίου στη σύγχρονη εποχή και την προοπτική του ανατολικού κόσμου και τρόπου στη σημερινή εποχή

ΣΕΙΡΑ: Ιστορία και μορφή του Ορθοδόξου πολιτισμού

Σε μια εποχή πλανητικού μετασχηματισμού, ο ορθόδοξος κόσμος στέκεται διαιρεμένος και αποπροσανατολισμένος ανάμεσα στην παρακμάζουσα αλλά ακόμη κυρίαρχη Δύση και τις ανερχόμενες δυνάμεις του Νότου και της Άπω Ανατολής.  Η κρίση του 20ου αιώνα ανήκει πια στο παρελθόν, όμως οι ξένες εξαρτήσεις, η έλλειψη οράματος, η δημογραφική καχεξία και η αμφιλεγόμενη στάση της Ρωσίας δημιουργεί προβληματισμούς για το μέλλον.

Γαλουχημένη μέσα στο πολιτισμικό περιβάλλον της Βυζαντινής αυτοκρατορίας, η Ορθοδοξία αναπτύχθηκε, εδραιώθηκε και εξαπλώθηκε από την Αφρική ως τον Αρκτικό κύκλο.  Ο χαρακτήρας της όμως έμελλε να σφυρηλατηθεί ανάμεσα στη σφύρα της δυτικής Ευρώπης, η οποία από νωρίς αψήφησε τη βυζαντινή ηγεμονία, και τον άκμονα της κατακτητικής ορμής του Ισλάμ.  Η σύγκρουση με τα δύο ανταγωνιστικά συστήματα και η τελική υποταγή σε αυτά όρισε την ορθόδοξη ταυτότητα και ψυχοσύνθεση όπως τη γνωρίζουμε.

Η Ρωμιοσύνη ως κομμάτι και ως εχθρός της Ευρώπης

Από τη μία πλευρά η Ελένη Γλύκατζη-Αρβελέρ, λαμβάνοντας υπ’ όψιν την παραδοσιακή τριάδα της ευρωπαϊκότητος (Ελλάς, Ρώμη, Χριστιανισμός) κηρύσσει το Βυζάντιο ως το πρώτο ευρωπαϊκό κράτος.  Από την αντίθετη ο Jacques Le Goff βλέπει την πτώση της Κωνσταντινουπόλεως στους Τούρκους το 1453 ως «το τέλος μίας αναπηρίας για την ευρωπαϊκή ενότητα», καθ’ ότι ναι μεν η θρησκευτική διαφοροποίηση ανατολικού και δυτικού χριστιανισμού διατηρείται, αλλά ο πρώτος μένει χωρίς πόλο ισχύος και σύστημα πολιτικής εξουσίας διακριτό με της Δύσεως.

Γιατί η Ορθοδοξία δεν πέρασε Προτεσταντισμό

Η απουσία ενός αντιστοίχου θρησκευτικού κινήματος στις ορθόδοξες χώρες γίνεται αντιληπτή ως δείγμα καθυστερήσεως, προκεκλημένης είτε από την οθωμανική κατάκτηση είτε από την εγγενή ανελευθερία του ορθοδόξου πνεύματος.  Τέτοια στάση, εκτός του ότι ρομαντικοποιεί τον προτεσταντισμό βάσει συγχρόνων ιδεολογιών και καταστάσεων, τον γενικεύει ως οικουμενικό φαινόμενο που φυσικά θα συνέβαινε κάποια στιγμή και στην ανατολή αν τα πράγματα έβαιναν «αισίως», στα πλαίσια μίας γραμμικής πορείας της ιστορίας.  Μία σύντομη όμως ανασκόπηση των συνθηκών από τις οποίες προέκυψε ο Προτεσταντισμός γίνεται εμφανές ότι όχι μόνο θα ήταν απολύτως απίθανο να βίωνε αντίστοιχη μεταρρύθμιση η ορθόδοξη ανατολή ανεξαρτήτως συνθηκών, αλλά και ότι δεν αποτελεί καν φαινόμενο το οποίο να αφορά το σύνολο του δυτικού κόσμου.


Βιβλιοκριτική – «Η κληρονομιά του Βυζαντίου: Γεωπολιτική της Ορθοδοξίας», του Francois Thual
Το βιβλίο αυτό αποτελεί ουσιαστικά μία συγκέντρωση και συστηματοποίηση σειράς σεμιναρίων όπου εδίδασκε ο κ. Τυάλ στην Ecole Pratique des Hautes Etudes (Πρακτική Σχολή Ανωτέρων Σπουδών) από το 1996. Βασική θεματική αυτών των σεμιναρίων ήταν η διαδικασία της γεννήσεως και διαμορφώσεως των εθνικών συνειδήσεων, μέχρι την σύσταση ενός νεωτερικού εθνικού κράτους. Στο πλαίσιο αυτό ο συγγραφέας αναζητά την σχέση ανάμεσα στον αυτοπροσδιορισμό και την γεωγραφική περιοχή, εν προκειμένω στις ορθόδοξες εθνότητες, οι οποίες τον 19ο αιώνα εξήλθαν από τους παλαιούς αυτοκρατορικούς χώρους και χρειάστηκε να μεταβούν από την κατηγοριοποίηση κατά θρησκείαν στον δυτικό τύπου εθνικισμό.


Βυζάντιο και κόσμος

Η σχέση ημών των Νεοελλήνων με το βυζαντινό μας παρελθόν είναι συχνά άβολη.  Μέσα στην αγωνία μας να γίνουμε αποδεκτοί από τα δυτικά έθνη στην οικογένεια των πεπολιτισμένων Ευρωπαίων, συχνά νιώθουμε ότι η μεσαιωνική και μεταμεσαιωνική μας παράδοση, εδραζόμενη στην ιστορική μνήμη, τις κοινωνικές δομές και τη θρησκευτική κληρονομιά της αυτοκρατορίας της Κωνσταντινούπολης, μας κρατάει πίσω.  Αντίθετα η λατρευτή στη Δύση αρχαία Ελλάδα προτιμήθηκε ως πρωτεύον σημείο αναφοράς της εθνικής ταυτότητας, μολονότι σαφώς λιγότερο δόκιμο και άμεσο με τον ζώντα Ελληνισμό.

Ασχολούμενος κανείς με την πολιτική και τον πολιτικό πολιτισμό μίας χώρας, είναι αναγκαίο να εξετάσει ενδελεχώς την ιστορία της.  Βιώματα του παρελθόντος, πόλεμοι, καθεστώτα, κρίσεις, φιλοσοφικά και καλλιτεχνικά ρεύματα, θρησκείες και οικονομικές δομές, ακόμη και εάν χάνονται σε βάθος αιώνων, η επιρροή τους συχνά αντικατοπτρίζεται στις νοοτροπίες και την πρακτική του σήμερα.  Αναλύοντας το φαινόμενο της ανόδου και συμπεριφοράς της μετασοβιετικής Ρωσίας,  το βασικό σημείο αναφοράς για το τρέχον καθεστώς είναι ο μεγάλος παππούς της Ανατολικής Ευρώπης:  η Βυζαντινή αυτοκρατορία.

Για το ζήτημα της αναγκαιότητος της βίας οι ανατολικοί θεολόγοι και Πατέρες είχαν αντιστοίχους προβληματισμούς με τους δυτικούς ομολόγους τους αλλά διαφορετικές απαντήσεις.  Ο πόλεμος ως σύννομο μέσο υπεράσπισης της αυτοκρατορίας και της ανάκτησης απολεσθέντων εδαφών ήταν θεμιτός (δεν είναι τυχαίο πως, πέραν των δύο αυτών περιπτώσεων, το Βυζάντιο δεν διεξήγε ποτέ γνησίως κατακτητικό πόλεμο όπως η αρχαία Ρώμη).  Από την άλλη το αυτοκρατορικό σύστημα βασιζόταν έντονα στη διπλωματία, χάριν οικονομίας δυνάμεων και αποφυγής ασκόπων εχθροπραξιών.  

Η ανά χείρας μελέτη αναλύει συγκριτικά και παράλληλα τα δύο πολιτικά και πολιτισμικά μισά της μεσαιωνικής Ευρωπαϊκής Χριστιανοσύνης, το σύστημα της Ανατολικής Ρωμαϊκής (Βυζαντινής) αυτοκρατορίας και το αντίστοιχο το λατινικού-φραγκογερμανικού κόσμου, με επίκεντρο την Παποσύνη και την Αγία Ρωμαϊκή αυτοκρατορία. Την παρουσίαση της εσωτερικής δομής και ιδεολογίας τους ακολουθεί η εξιστόρηση των διμερών επαφών την περίοδο των πρώτων Σταυροφοριών, συγκεκριμένα από το Σχίσμα (1054) μέχρι το θάνατο του Μανουήλ Κομνηνού (1180). Τέλος γίνονται στρατηγικές παρατηρήσεις επί της περιόδου, αποπειράται η ερμηνεία των συστημάτων και γεγονότων βάσει της θεωρίας των διεθνών σχέσεων, μεταξύ άλλων και της ιδέας περί συγκρούσεως των πολιτισμών.

Ορθοδοξία στο σήμερα

Θρησκευτική Γεωπολιτική και Ελλάδα

Το πολιτικό σύστημα ως επί το πλείστον αδυνατεί να συλλάβει ή δεν έχει τη βούληση να αξιοποιήσει τα πλούσια θρησκευτικά και πολιτιστικά αποθέματα της Ελλάδας, να δει την Ορθοδοξία ως κάτι το σύγχρονο και πολύτιμο για την εθνική εξωτερική πολιτική.  Για τη δεξιά, η αντίληψη της θρησκείας περιορίζεται σε ρητορείες, φολκλόρ και προεκλογικά προσκυνήματα.  Για την αριστερά δε, η θρησκεία απορρίπτεται ως κάτι το αναχρονιστικό, καταπιεστικό και απαρχαιωμένο, χωρίς αξία στο σύγχρονο κόσμο.  Ανάμεσα στους ευρωπαϊστές, η Ορθοδοξία δημιουργεί αμηχανία:  σαν κάτι ξένο προς το δυτικό πολιτισμό, μοιάζει να εμποδίζει την πλήρη εξομοίωση την Ελλήνων σε αυτόν, και για ορισμένους έχει καταγγελθεί ανοιχτά ως τροχοπέδη για τον πλήρη εκσυγχρονισμό της ελληνικής κοινωνίας.  Μακριά από τις παρωχημένες ιδεοληψίες, η ελληνική κυβέρνηση και γενικότερα η εγχώρια πολιτική σκηνή πρέπει να δει το θησαυρό που έχουμε στους κόλπους μας και να το χρησιμοποιήσει προς όφελος της εθνικής ισχύος.

Για όσους πιστεύουν ότι η θρησκεία, και δη η Ορθοδοξία, προσφέρει όχι μόνο πνευματική παραμυθία ή μέτρο προσωπικής ηθικής, αλλά και φιλοσοφικό πλούτο που αγγίζει κάθε διανοητικό αντικείμενο, η κατάσταση είναι προβληματική.  Φυσικά η κατήχηση και η συνεχής εν Χριστώ άθληση είναι ζητήματα της Εκκλησίας και των πιστών της αντίστοιχα.  Από τον κόσμο όμως λείπει μία ορθόδοξη ανάγνωση της πραγματικότητας.

Όμως η «ιερά διπλωματία» δεν γίνεται καθαρά για θρησκευτικούς λόγους, ούτε η αποκατάσταση του ρήγματος στο Σώμα Κυρίου είναι το μόνο μέλημα των δύο διαδόχων των Αποστόλων.  Η Παποσύνη και το Οικουμενικό Πατριαρχείο δεν είναι απλά λατρευτικές συσπειρώσεις, είναι δρώντες του διεθνούς συστήματος με εξαιρετικό γόητρο, και αλληλεπιδρούν έντονα με το παγκόσμιο πολιτικό περιβάλλον.  Η προσέγγιση Πρεσβυτέρας και Νέας Ρώμης προσδοκά να δώσει λύσεις στις σοβαρές γεωπολιτικές ανησυχίες που ταλανίζουν τους δύο επισκοπικούς θρόνους τον 21ο αιώνα.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...

ΠΡΟΤΕΙΝΟΜΕΝΑ

Πόσο ελληνική ήταν η βυζαντινή Μικρά Ασία; Εθνογραφική ανάλυση

Γράφει ο Μάριος Νοβακόπουλος* Η Μικρά Ασία είναι χώρος με κολοσσιαίο βάρος για τον ιστορικό Ελληνισμό και κυριαρχεί στο φαντασια...