Σάββατο 30 Σεπτεμβρίου 2023

Από την Αθήνα στην παγκόσμια αυτοκρατορία των πόλεων

 


Μάριος Νοβακόπουλος - 28/09/2023 - SLPRESS

Πέρα από την εκπαίδευση και τις ιδεολογίες, τη γεωγραφική συνείδηση του ανθρώπου διαμορφώνει πρωτογενώς η βιωματική σχέση του με το χώρο.  Πληθυσμοί από αιώνες προσδεμένοι σε έναν αγροτικό βίο στα πατρογονικά εδάφη, όπως οι περισσότεροι εγκατεστημένοι λαοί μέχρι πριν δύο ή τρεις αιώνες, σίγουρα έχουν άλλη αίσθηση του εδάφους από τους νομάδες, ή από λαούς ναυτικούς, εμπορικούς και από νωρίς αστικοποιημένους.  Η εβραϊκή διασπορά ήταν για αιώνες δίχως εθνική εστία.  Οι Έλληνες συνδύαζαν την κινητικότητα με εδάφη πυρήνες στη χερσόνησο του Αίμου και την Ανατολική Μεσόγειο.  Οι Ευρωπαίοι μετανάστες της Βόρειας Αμερικής που κατέκτησαν την «Άγρια Δύση» ως μικρές ομάδες γεωργών, κυνηγών και μεταλλωρύχων, ή οι Ρώσοι που όργωσαν τη Σιβηρία από τα Ουράλια ως τον Ειρηνικό, μοιραία έχουν άλλη σχέση με τη γη από την σχετικά εσωστρεφή και αυτάρκη οικουμένη της Κίνας.

Ο συγκεντρωτισμός λοιπόν του ελληνικού κράτους και η γιγάντωση της πόλης των Αθηνών, που φιλοξενεί το μισό σχεδόν πληθυσμό της χώρας, έχει σίγουρα ρόλο στο έλλειμμα γεωγραφικής συνείδησης της σημερινής Ελλάδος.  Με τέτοια συσσώρευση ανθρώπων, πόρων και εξουσιών σε μία μόνο πόλη, δημιουργείται η νοσηρότατη νοοτροπία πως η Ελλάδα είναι ουσιαστικά η Αθήνα, και η Αθήνα είναι η αρχή και το τέλος της Ελλάδος.

Η απουσία αποκέντρωσης στον πολιτικό και οικονομικό τομέα, καθώς και το πολιτιστικό και επικοινωνιακό μονοπώλιο της πρωτεύουσας αφήνει την περιφέρεια – τη συντριπτική πλειονότητα της έκτασης της χώρας και πάνω από το μισό του πληθυσμού – με λιγότερες ευκαιρίες ανάπτυξης, ασθενέστερη φωνή στην πολιτική ζωή και παραγκωνισμένη στα ζητήματα πολιτισμού, ταυτότητας, αισθητικής και αξιών, τα οποία εισάγει η Αθήνα από το εξωτερικό.  Ακόμη και μία μεγάλη πόλη με μείζον ιστορικό βάθος όπως η Θεσσαλονίκη δεν έχει αποφύγει αυτόν τον παραμερισμό – το διαβόητο μετρό της έχει περάσει στη σφαίρα του θρύλου μαζί με το γεφύρι της Άρτας, ηχηρό τεκμήριο του «ενδιαφέροντος» του κέντρου για την περιφέρεια.  Η αποβιομηχάνιση της επαρχίας τον καιρό της κρίσης και, πιο πρόσφατα, η μαζική αναστολή λειτουργίας σχολείων λόγω έλλειψης παιδιών, δεν είναι δείγματα μίας υγιούς χώρας ή μίας ισορροπημένης σχέσης πρωτεύουσας – επαρχιών.

Δικτυωμένες πόλεις και παρηκμασμένη ενδοχώρα

Αν και ο τόσος γιγαντισμός της Αθήνας είναι ειδικότερο ελληνικό πρόβλημα, η αποκοπή των μητροπόλεων από τις περιφέρειες, η αγνόηση και η εξώθησή τους στο περιθώριο είναι παγκόσμιο φαινόμενο.  Χάρη στην τεχνολογία, τις ηλεκτρονικές συναλλαγές και την παγκόσμια μαζική κουλτούρα, οι άνθρωποι των πόλεων, και ειδικά οι πολιτικές, οικονομικές και επιστημονικές ελίτ, βρίσκονται σε μεγαλύτερη σύμπνοια με τους ομοίους τους στο εξωτερικό παρά με τους συμπατριώτες τους πενήντα ή εκατό χιλιόμετρα μακριά τους.

Αυτό το παγκόσμιο δίκτυο μεγαλουπόλεων βαίνει κάποτε προς αυτονόμηση από τα έθνη-κράτη, αξιοποιώντας τα πλεονεκτήματα της συσσώρευσης πλούτου, την τεχνογνωσία και την καινοτομία.  Στις κατώτερες τάξεις αυτών των κοσμοπόλεων συγκεντρώνεται ένα πολυεθνοτικό και ρευστό υπόστρωμα, το οποίο επίσης δε συνδέεται με το βαθύτερο ιστορικό και συναισθηματικό πυρήνα της εκάστοτε χώρας.

Τούτη η εξέλιξη έχει δημιουργήσει οξείες εντάσεις σε χώρες όπως η Γαλλία (France peripherique), οι ΗΠΑ (Middle America, flyover country), ο Καναδάς και η Ολλανδία, με τις παραμερισμένες επαρχίες να εξεγείρονται, μεταφορικά ή και κυριολεκτικά, έναντι των παγκοσμιοποιημένων αστικών ελίτ, οι οποίες επιπλέον αντιμετωπίζουν τις πρώτες και με ηθική απαξία και χλεύη για την «οπισθοδρόμησή» τους.

Στο βιβλίο του «Το Τέλος της Μεγάλης Παρέκκλισης: Από την Ουκρανία και την Πανδημία στη Νέα Πλανητική Τάξη» (σελ. 285), ο Δημήτρης Πεπόνης περιγράφει το φαινόμενο στην παγκόσμια διάστασή του:

«Η ενδοχώρα αυτών των μεγαπόλεων δεν είναι το έδαφος των κρατών επί των οποίων βρίσκονται, αλλά ο πλανήτης. Η ύπαρξή τους προϋποθέτει πολλαπλούς δεσμούς και συννεχείς ροές που τις συνδέουν με τα δίκτυα της πλανητικής τους ενδοχώρας.  Τα αμέσως προηγούμενα, παράλληλα με τη διάνοιξη ολοένα και περισσότερων απομακρυσμένων φυσικών οικοσυστημάτων, το βιομηχανικό εξαναγκασμό ζωικών ειδών (που λειτουργούσαν ως δεξαμενές περιορισμού μικροβίων), τους νέους όρους που διαμορφώνονται και τα πεδία σύμμειξης της φυσικής σφαίρας, του ψηφιακού περιβάλλοντος και του βιολογικού κόσμου, αποτελούν στήριγμα της ύπαρξης , της διατήρησης και της λειτουργίας των γιγάντιων αστικών συμπλεγμάτων δηλαδή των κόμβων του διεθνούς εμπορίου, των εδρών του χρήματος και των κέντρων της τεχνολογικής ανάπτυξης.  Το σπουδαιότερο όμως είναι η διασύνδεση όλων αυτών των μεγαπόλεων μεταξύ τους, η οποία αποδιοργανώνει και απομυζά τον υπόλοιπο πλανήτη και τον μεταβάλλει σε πλανητική επαρχία, αν όχι σε πολλαπλούς κρανίου τόπους.»

[Οι επισημάνσεις με έντονα γράμματα δικές μου – Μ.Ν.]

Ένα νέο είδος ανθρώπου

Ο διχασμός αυτός οδηγεί σε αντικρουόμενες αντιλήψεις για τον χώρο και το έδαφος, με δραματικές επιπτώσεις στην πρόσληψη της γεωγραφίας και της γεωπολιτικής.  Ο παγκόσμιος κοσμοπολιτισμός, όπου κυριαρχούν τάξεις και επαγγελματίες υψηλής κινητικότητας, θεωρεί το έδαφος, το κράτος και τα σύνορα ως βάρη τα οποία εμποδίζουν την βέλτιστη ανάπτυξη και πρέπει να παραμεριστούν.  Οι σπουδές στο εξωτερικό, τα συχνά ταξίδια για λόγους εργασίας και αναψυχής, η «νεονομαδική» εργασία μέσα από έναν υπολογιστή και η πνευματική κίνηση αποκλειστικά μέσα στο περιβάλλον της (αμερικανικής) μαζικής κουλτούρας, δίχως εθνοτοπικές αναφορές, απαλείφουν τους συναισθηματικούς δεσμούς και τις ηθικές υποχρεώσεις προς τη χώρα, το περιβάλλον και τον λαό της, καθώς για τον άνθρωπο της από-εδαφοποιημένης πρωτοπορίας δεν υπάρχει πατρίδα, ούτε συγκεκριμένος τόπος προς τον οποίον υφίστανται καθήκοντα.

Βέβαια, η συντριπτική πλειονότητα του πληθυσμού δεν μπορεί να κάνει αυτήν τη ζωή, η εργασία, η εκπαίδευση και η καθημερινότητά του είναι δεμένη με έναν τόπο.  Ακόμη και αν τον εγκαταλείψει μέσα από τη μετανάστευση, η νέα ζωή του είναι πολύ πιο δεσμευμένη και σε στενό ορίζοντα, σε σχέση με την κοσμοπολίτικη ουτοπία.  Αποτέλεσμα είναι πόλεις όπου τα προάστια απογυμνώνονται από την εμπορική και παραγωγική τους βάση, ενώ το κέντρο ανήκει πλέον στους νέο-νομάδες και τους τουρίστες, με αποτέλεσμα την οικιστική κρίση, προβλήματα στη συγκοινωνία και τις υποδομές, και την όξυνση των ανισοτήτων.

Δυστυχώς και η Αθήνα ακολουθεί την ίδια λογική, λειτουργώντας λιγότερο ως πρωτεύουσα των Ελλήνων και κέντρο μίας μεγάλης μητροπολιτικής περιοχής, και περισσότερο ως ένας ακόμη σταθμός των διεθνών δικτύων, που μοιάζει να αιωρείται δίχως έδαφος να τον στηρίζει, ένα τουριστικό και αρχαιολογικό πάρκο επισκεπτών.  Ζητούμενο βέβαια δεν είναι η απομόνωση της πρωτεύουσας από τις οικονομικές και τεχνολογικές εξελίξεις, ούτε η αποθάρρυνση της εξωστρέφειας των Ελλήνων επιστημόνων και επαγγελματιών.  Πρέπει όμως η όποια ανάπτυξή της να διαχέεται στους κατοίκους και στη χώρα σαν σύνολο, φέροντας παράλληλα μία ταυτότητα και έναν ενδογενή πολιτισμό που θα την καθιστά όχι μόνο δέκτη, αλλά και πομπό στο παγκόσμιο σύστημα.


Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...

ΠΡΟΤΕΙΝΟΜΕΝΑ

Πόσο ελληνική ήταν η βυζαντινή Μικρά Ασία; Εθνογραφική ανάλυση

Γράφει ο Μάριος Νοβακόπουλος* Η Μικρά Ασία είναι χώρος με κολοσσιαίο βάρος για τον ιστορικό Ελληνισμό και κυριαρχεί στο φαντασια...