Μάριος Νοβακόπουλος
Οι ελληνικές χώρες παρουσιάζουν, πέρα από τα κοινά τους στοιχεία, μία πολύ μεγάλη φυσική ποικιλομορφία. Ακτές και κολπίσκοι, μικρές και μεγάλες νήσοι, ηφαίστεια και ακρωτήρια, βουνοκορφές, φαράγγια, δάση πυκνής βλάστησης και φαλακροί βράχοι με πουρνάρια, συνιστούν το αυτό ελληνικό τοπίο. Ακόμη και κλιματολογικές σταθερές με γενικότερη επίδραση, όπως το ήπιο κλίμα και η ηλιοφάνεια, σχετικοποιούνται. Η δυτική Ελλάδα και το Ιόνιο πέλαγος, επί παραδείγματι, έχουν αυξημένες βροχές και πυκνότερη βλάστηση, η δε Πίνδος γνωρίζει τραχείς, χιονοσκεπείς χειμώνες. Η ελληνική γη όμως είναι απτή και συγκεκριμένη, και ως τέτοιαν την λατρεύει ο Περικλής Γιαννόπουλος. Από την τόση ποικιλομορφία επιλέγονται κάποιοι τόποι ως σύμβολα, ως οι πλέον χαρακτηριστικές μορφές της ελληνικής φύσης και αισθητικής. Αυτό βέβαια σχετίζεται και με τον χώρο δράσης του συγγραφέα: ναοί της ελληνικής γης, όπου προσκυνάται το φως και ημερεύουν τα μάτια κι οι καρδιές, είναι κατ’ εξοχήν η Αττική και τα νησιά του Αιγαίου, οι Κυκλάδες. Άλλωστε, στην Αθήνα κυρίως ζούσε ο Περικλής Γιαννόπουλος, εκεί έγραφε, στις εξοχές της τριγύριζε εκστασιασμένος. Τα υψώματά της γίνονται βίγλες, παρατηρητήρια από όπου «φωτογραφίζει» νοητικά τις γραμμές και τα χρώματα, που φιλοτεχνούν τον ιδεατό πίνακα του Ελληνισμού.
«Σταθῆτε εἰς ἕνα μέρος τῶν Ἀθηνῶν ἀνοικτόν. Εἰς τὸ Ζάππειον, εἰς τὰ Πατήσια, ὅπου θέλετε. Ἀναβῆτε εἰς ἕνα λοφίσκον, λόφον· εἰς τὸν Ἄρδηττον, εἰς τὸν Λυκαβηττόν, εἰς τὸν Φιλόπαππον, εἰς τὴν Ἀκρόπολιν... Πηγαίνετε ἐκεῖ, εἴτε ἕνα ξηρὸν ἀνέφελον ροδοξύπνημα ἡμέρας, εἴτε ἕνα πάμφωτον μεσημέρι, εἴτε καλλίτερον, τρεῖς ὥρας πρὸ τῆς δύσεως τοῦ ἡλίου, ὅτε ὅλα διαβάζονται καθαρώτερα καὶ ἁπλούστερα ἀπὸ τοὺς ἀμυήτους ὀφθαλμούς. Μείνατε ἐκεῖ, δύο, τρεῖς, τέσσαρες, πέντε ὥρας... ἀφήσατε τὴν ψυχήν σας ἐλευθέραν νὰ τέρπεται ἀπὸ τὰ ὁρώμενα ἀθύρματα καὶ τὸν ἐγκέφαλόν σας νὰ φωτογραφῇ εἰς τὸν σκοτεινὸν θάλαμον λόφους, βουνά, ἀκτάς, νερά, καπνούς, χρώματα, ὅ,τι φαίνεται. Τί βλέπετε; Ἕνα ὁλόκληρον κόσμον».[1]
Η αττική γη ενσαρκώνει κατά τον μέγιστο τρόπο το ιδανικό της ελληνικής ελαφρότητος. Το χώμα είναι «ξηρόν, ἐλαφρόν, τριμμὲνον, κοῦφον, τρίμματα πετραδίων πολυχρώμων, συχνὰ καὶ τρίμματα ἀγγείων τοῦ τριμμένου κόσμου». Η βλάστηση είναι πολύ φτωχική, χαμηλόφωνη θα έλεγε κανείς πάνω στις μορφές του υλικού εδάφους, «μόλις ἐννοουμένη ἂν εἶναι ξηρὰ ἢ χλωρά». Η διαύγεια, το άπλετο φως και η ελαφριά υπόσταση βοηθούν στην πολύ υψηλή διαφοροποίηση των μορφών και των στοιχείων, μία άψυχη υλική ατομικότητα. Οι λόφοι, τα βουνά, οι πέτρες και τα φυτά διακρίνονται στις έσχατες λεπτομέρειές τους, τα στολίδια τους, το κάθε τι που τα κάνει μοναδικά, σαν ζώντες ξεχωριστούς ανθρώπους. Τα αραιά δέντρα, γέννημα ενός κλίματος με λίγες βροχές και μιας γης χωρίς πολλές πηγές και ποτάμια, είναι ιδιαίτερα αγαπητά στον Γιαννόπουλο. Οι ελιές που φύονται πλάι πλάι, μα πάντοτε ξεχωριστά η μία από την άλλη, τα ψηλόλιγνα κυπαρίσσια που συντροφεύουν ένα εξωκκλήσι, δεν επιβάλλονται καταπνικτικά στο τοπίο και το μάτι, αλλά αφήνουν περιθώριο να φανούν οι φυσικές μορφές ως μοναδικές, όπως και οι άνθρωποι και τα ζώα που κινούνται ανάμεσά τους. Έτσι όπως ίστανται έξω από την μάζα των στοιχείων, είναι «φυσιογνωμίαι ἐπιφανεῖς… Κάθε δένδρον ὑψώνεται, ἐπιβάλλεται, διακρίνεται, σὰν ὑπουργός, σὰν πρεσβευτής, σὰν κύριος ἐν τέλει, σὰν συναντώμενος πρωθυπουργὸς ἢ Βασιλεὺς εἰς ἐξοχικὸν δρόμον». Την εποχή εκείνη, το μικρό μέγεθος της πρωτεύουσας και του επινείου της βοηθούσε ώστε και το ανθρώπινο περιβάλλον να κρατά αυτήν την ατομικότητα: «Στραφῆτε πρὸς τὸν Πειραιᾶ· ὅλαι αἱ καπνοδόχαι διαγράφονται μία μία· ὁ κάθε καπνὸς χωριστὰ καὶ κάθε καπνὸς γινόμενος ἀσημένιος, ἀεροπορεῖ χωριστὰ εἰς τὸ χρυσοῦν φῶς».[2]
Ο βράχος της Ακρόπολης, κάτω από το φως του ηλιοβασιλέματος, ακολουθεί τον κανόνα της ελληνικής απαλότητας και σαφήνειας, της Γραμμής, όπως θα αναλυθεί παρακάτω. Τα Προπύλαια και ο Παρθενώνας φέγγουν και υφώνονται σε πλήρη συμφωνία με την φύση και το έδαφος, σαν άνθη, σε απόλυτη ευκρίνεια: «Ὅλαι αἱ ἀρχιτεκτονικαὶ καὶ γλυπτικαὶ λεπτομέρειαι, αἱ περίοδοι, αἱ φράσεις, αἱ λέξεις, αἱ τελεῖαι, τὰ κόμματα, οἱ τόνοι, τὰ πνεύματα, τὰ πάντα διαβάζονται ἀνέτως, ὅπως τὰ γράμματα κρατούμενης ἐφημερίδος εἰς τὰ χέρια σας… Ὅλα ἀπὸ τῶν μεγάλων μέχρι τῶν μικροσκοπικῶν: Φαίνονται. Τὸ κάθε τι ὅσον μικρὸν καὶ ἂν εἶναι, θέλει νὰ φαίνεται σὰν Ἕλλην πηγαίνων περίπατον». [3] Τα βουνά της Αττικής, ο Υμηττός, ο Αρδηττός, το Αιγάλεω, η Πάρνηθα, η Πεντέλη, φωνάζουν: «εἴμεθα ὡραῖα».[4] Εξαιρείται μόνον ο «καμηλόγραμμος» Λυκαβηττός, απότομος και μονοκόμματος σαν το όρος Αραράτ, «ξένος γεωλογικῶς καὶ διατηρεῖ τὴν ξένην του φυσιογνωμίαν, ὅπως ὁ Χριστὸς εἰς τοὺς ναούς μας».[5] Οι γεωφυσικές εκφράσεις του εδάφους, το λίθινο ανάγλυφο της χώρας, τα βουνά, οι βράχοι, έχουν χάρη στην τοποθέτηση και την εκδίπλωσή τους, «κάθονται ἕνα ἕνα, σὰν ὡραῖαι γυναῖκες τοῦ λαοῦ σεμνὰ ρεμβάζουσαι, σὰν μητέρες κρατοῦσαι εἰς τὴν ἀγκαλιὰ των ὡραῖα παιδιά, σὰν Βυζαντιναὶ Παναγίαι γέρνουσαι ὀλίγον τὸ κεφάλι των μὲ σοβαρὰν ἀγάπην».[6]
Ο άλλος φυσικός χώρος του Ελληνισμού που λάτρεψε ο Περικλής Γιαννόπουλος, που περισσότερο ακόμη από την Αττική συγκίνησε και γονιμοποίησε την σκέψη των επιγόνων του λογοτεχνών, ήταν το Αιγαίο και τα νησιά του, ιδίως οι Κυκλάδες. Τα νησάκια του Αρχιπελάγους, οι Νύμφες του Αιγαίου, έχουν την ίδια λάμψη κάτω από τον ήλιο, την ίδια ομορφιά των χρωμάτων και των λουλουδιών: «Ἡ Τῆνος, σωρός ἴων θερμοτάτων, μιμουμένη τον ἀμίμητον Ὑμηττόν κατά τάς στιγμάς τῆς ἐντονωτάτης του ζωῆς, τῶν ὑστάτων θωπειῶν τοῦ ᾿Ηλίου. Μία ἑνωτική γραμμή θαλάσσης μελανή ἑνώνει την Τῆνον μέ τήν Μύκωνον. Ἡ Μύκωνος ἁπαλώτατα ροδίνη, τρίαντάφυλλον ᾿Απριλίου μαραινόμενον. Ἄλλη ἑνωτική γραμμή θαλάσσης ἀνοικτοτέρα καί ἔπειτα ἡ Νάξος βελούδινον, βυσσινόχρουν ρόδον διαπύρως ἀκμαῖον. Ἡ ἱερά Δῆλος κολυμβῶσα εἰς τό σταματημένον ἀδωρ, Ἕνα θαυμάσιον περιδέραιον ἀνθέων κυκλῶνον τον οὐρανόν, ἔχον ἄνθος μεσαῖον τό νησίδιον τοῦ Φάρου, χρυσοβόλον δέσμην γαζιῶν».[7]
Η σκέψη του Γιαννόπουλου περικλείει και τα περισσότερο απομακρυσμένα, εκτός του τότε ελληνικού βασιλείου νησιά, σε εδάφη αλύτρωτα και κατακτημένα, οικοδομώντας ένα συμβολικό σύμπαν το οποίο κατά πολύ ξεπερνά την αισθητική. Διαβάζουμε σε αθησαύριστο κείμενο στα Παναθήναια του 1901: «Καλούνται: Άνδρος-Τήνος-Δήλος-Μύκονος-Νάξος-Πάρος-Σύρος-΄Ιος-Θήρα-Μήλος-Αμοργός… Καλούνται: Κύπρος-Ρόδος-Κως-Λέρος-Πάτμος-Σάμος-Χίος-Λέσβος… Και πανίσχυρος και λαμπρά ως Αισχύλειος τραγωδία η γιγάντιος ΚΡΗΤΗ, ο αλυσοδεμένος Προμηθεύς του νέου βάρβαρου κόσμου, δεσπόζει των θαλασσών».[8] Έχει ειπωθεί, όχι αβάσιμα, ότι η Αμοργός που αργότερα ενέπνευσε τον Νίκο Γκάτσο, ήταν ακριβώς το νησί όπου είχε απομονωθεί ώστε να στοχαστεί και να συγγράψει ο Περικλής Γιαννόπουλος, και αποτελεούσε για εκείνον τον ύπατο αναβαθμό της ελληνικής ομορφιάς. Εκεί φαίνεται είχε συνθέσει το μείζον έργο του, μία μελέτη για την αρχιτεκτονική, την οποία δυστυχώς και έκαψε προτού αυτοκτονήσει.[9] Η παρατακτική απαρίθμηση αυτών των ονομάτων, των νυμφών αυτών, νησιών, κοριτσιών και νησιών ως κοριτσιών, φαίνεται στον κατ’ εξοχήν «ποιητή του Αιγαίου», Οδυσσέα Ελύτη: «Ἵπποι πέτρινοι μὲ τὴν χαίτη ὀρθή / καὶ γαλήνιοι ἀμφορεῖς / καὶ λοξὲς δελφινιῶν ῥάχες / - ἡ Ἴος, ἡ Σίκινος, ἡ Σέριφος, ἡ Μῆλος!», «τὰ κορίτσια ἡ πόα τῆς οὐτοπίας / τὰ κορίτσια οἱ παραπλανημένες πλειάδες / τὰ κορίτσια τ’ ἀγγεῖα τῶν μυστηρίων / τὰ γεμάτα ὡς πάνω καὶ τ’ ἀπύθμενα… ἡ Ἔρση, ἡ Μυρτώ, ἡ Μαρίνα, / ἡ Ἑλένη, ἡ Ῥωξάνη, ἡ Φωτεινή, / ἡ Ἄννα, ἡ Ἀλεξάνδρα, ἡ Κύνθια».[10]
Η ομορφιά, η ευγένεια, η ελληνικότητα του Αιγαίου είναι
που γεννούν τον έναν και μόνον Έλληνα άνθρωπο. Η αγάπη και η ωραιότητα του περιβάλλοντος
συμβάλουν στο άριστο γέννημα που ξεπροβάλλει από γη και θάλασσα ομού: «Αὐτοί οὗτοι ἦσαν και αὐτοί οὗτοι εἶναι οἱ
μόνοι γεννῶντες και ἀνατρέφοντες ἐν μέσω τῶν ἀνθρωποειδῶν θηρίων τῆς γῆς, τό
ἥμερον ἄνθος, τον ἄνθρωπον Ἕλληνα. ...Ἐδῶ παντοῦ και πανταχόθεν, ἀπό τά βάθη
τοῦ Αἰγαίου, ἀπό τά σπλάχνα τῶν μαγικῶν αὐτῶν χωμάτων, τῶν τριμμένων. ὡς
ἑτοίμων διά νά πλασθοῦν εἰς πολύμορφον καλλονήν, ἀνέδυσεν εἰς τό φῶς ἡ φυλή τῶν
ἀνθρώπων, ὑπό τῶν μητρικῶν θωπειῶν τῶν θείων αὐτῶν σκηνωμάτων διεπλάσθη».[11]
ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ
[1] Περικλή Γιαννόπουλου Άπαντα, Ελεύθερη Σκέψις, Αθήνα 1988. σελ. 95.
[2] Ο.π.,
σελ. 95-97.
[3] Ο.π.,
σελ. 97-98.
[4] Ο.π.,
σελ. 100.
[5] Ο.π.,
σελ. 99.
[6] Ο.π.,
σελ. 99-100.
[7] Ο.π.,
σελ. 122-123.
[8] Χριστίνα
Ντουνιά, Αργοναύτες και Σύντροφοι: Όψεις
του λογοτεχνικού πεδίου στην δεκαετία του ’30, Εστία, Αθήνα 2021, σελ.
166-167.
[9] Ο.π.,
σελ. 174-175.
[10] Ρένος,
Ηρακλής και Στάντης Αποστολίδης, Ανθολογία
της Νεοελληνικής Γραμματείας (11η έκδοση), Τα Νέα Ελληνικά, Αθήνα 1970, Α’
τόμος, σελ. 345, 356.
[11] Άπαντα, σελ. 125.
Εικόνα: Μαλέας Κωνσταντίνος (1879 - 1928). Καμένη, Σαντορίνη, 1924 - 1925. Εθνική Πινακοθήκη.