Παρασκευή 27 Φεβρουαρίου 2026

Η καμπή του Μαντζικέρτ. Το Βυζάντιο ως περιφερειακό βασίλειο (1025-1204)



Ο Βασίλειος Β’ ο Βουλγαροκτόνος, δορικτήτωρ και κοσμοκράτωρ, απεβίωσε το 1025, αφήνοντας μία εκτεταμένη και προστατευμένη αυτοκρατορία, το δε θησαυροφυλάκιο υπερπλήρες. Η αμέλειά του στο θέμα της διαδοχής όμως άνοιξε για την αυτοκρατορία ένα κεφάλαιο αστάθειας, το οποίο θα κατέληγε με την παρακμή της Μακεδονικής δυναστείας και την πολύπλευρη κρίση του βυζαντινού κράτους.

Γράφει ο Μάριος Νοβακόπουλος

Αρχικά τον διαδέχθηκε ο αδελφός του, Κωνσταντίνος Η’, ο οποίος ως τότε συμβασίλευε στην σκιά του βασιλείου. Μετά το θάνατό του Κωνσταντίνου το 1028, η κόρη του Ζωή Πορφυρογέννητη ανέβασε στον θρόνο τους συζύγους της Ρωμανό Γ’ Αργυρό (1028-1034) και Μιχαήλ Δ΄ Παφλαγόνα (1034-1041). Μετά τον θάνατο του δευτέρου, η Ζωή δέχθηκε ως αυτοκράτορα τον ανεψιό του Μιχαήλ Ε΄ Καλαφάτη (1041-1042), ο όμως αφρόνως προσπάθησε να την εκθρονίσει. Μετά την καταστολή της στάσης του και την τύφλωσή του, η Ζωή συμβασίλευσε πρόσκαιρα με την αδελφή της Θεοδώρα, ώσπου νυμφεύθηκε τον Κωνσταντίνο Θ΄ Μονομάχο (1042-1055), ο οποίος συνέχισε να βασιλεύει μετά τον θάνατό της το 1050. Τον Κωνσταντίνο διαδέχθηκε, πρόσκαιρα πάλι, η Θεοδώρα, η οποία τελικά παρέδωσε την εξουσία στον γηραιό γραφειοκράτη Μιχαήλ ΣΤ’ Στρατιωτικό, βάζοντας τέλος στην Μακεδονική δυναστεία (1056). Εναντίον του εξεγέρθηκε η στρατιωτική εκστρατεία της ανατολής, με επικεφαλής τον Ισαάκιο Κομνηνό, ο οποίος κατέλαβε τον θρόνο έπειτα από έναν αιματηρό εμφύλιο πόλεμο και βασίλευσε μεταξύ 1057-1059.

Η αυτοκρατορία ήταν ισχυρή όταν κατά τη μετάσταση του Βασιλείου Β’, όμως αυτό δε σημαίνει πως οι διάδοχοί του δεν παρέλαβαν προβλήματα.  Ήδη έχει αναφερθεί το ζήτημα της διαδοχής.  Το αυστηρό, συγκεντρωτικό πρότυπο διακυβέρνησης που επέβαλε θα μπορούσε να ασκηθεί μόνο από μία προσωπικότητα με τις ικανότητες και τον χαρακτήρα του.  Άφησε ένα γεμάτο θησαυροφυλάκιο, όμως η στρατιωτικοποίηση, οι μακροί πόλεμοι και η φύλαξη των εκτεταμένων συνόρων πίεζαν την αυτοκρατορία οικονομικά και κοινωνικά.  Η κατάκτηση της Βουλγαρίας και η προσάρτηση των αρμενικών ηγεμονιών απάλειψε τον προστατευτικό δακτύλιο κρατών – αναχωμάτων (buffer states) ο οποίο κάλυπτε το Βυζάντιο απέναντι σε άλλες απειλές.   Τα νέα εδάφη προσέθεσαν στο Βυζάντιο μεγάλους πληθυσμούς αλλοφύλλων και ετεροδόξων, υποβαθμίζοντας την εσωτερική συνοχή.  Η αρχική απουσία ισχυρών ανταγωνιστών και η οικονομική ευμάρεια δημιούργησε μία ψευδαίσθηση μόνιμης ασφάλειας.

Πολύπλευρη παρακμή

Παρότι δεν έλλειψαν οι προσπάθειες χρηστής διοίκησης και μεταρρυθμίσεως από βασιλείς όπως ο Κωνσταντίνος Μονομάχος και ο Μιχαήλ Παφλαγών, είναι φανερό πως οι διάδοχοι του Βασιλείου Β΄ υστερούσαν σημαντικά σε σχέση με τις ικανότητες και το πολιτικό του βάρος. Η περίοδος από το 1040 και μετά χαρακτηρίστηκε από πολλά εσωτερικά κινήματα και έναν οξύ ανταγωνισμό μεταξύ φατριών της βυζαντινής διοίκησης και αριστοκρατίας. Οι στάσεις του Γεωργίου Μανιάκη το 1043 και του Λέοντα Τορνίκη το 1047 απείλησαν πολύ σοβαρά την εξουσία της Κωνσταντινούπολης, ενώ ο εμφύλιος πόλεμος μεταξύ Ισαακίου Κομνηνού και Μιχαήλ Στρατιωτικού προκάλεσε βαρύτατες και δυσαναπλήρωτες απώλειες στα βυζαντινά τάγματα. Οι συγκρούσεις είχαν στο παρελθόν ερμηνευθεί ως μία πάλη μεταξύ της αστικής αριστοκρατίας και υπαλληλίας της Κωνσταντινούπολης και των στρατιωτικών γαιοκτημόνων των επαρχιών, ειδικά της Μικράς Ασίας. Το σχήμα αυτό έχει σχετικοποιηθεί από τη νεότερη έρευνα, η οποία τονίζει πως οι στρατιωτικές οικογένειες με μεγάλη έγγεια περιουσία στη Μικρά Ασία ήταν εξίσου «κωνσταντινουπολίτικες» στην ανατροφή και τη διαμονή, ενώ δεν υπήρχε απόλυτος διαχωρισμός μεταξύ των προσώπων και των οικογενειών που αναλάμβαναν πολιτικά και στρατιωτικά αξιώματα.   Η μετάβαση όμως από ένα συγκεντρωτικό σε ένα πολυπολικό πολιτικό σύστημα αποσταθεροποίησε και το περιεχόμενο και την ιδεολογική νοηματοδότηση του αυτοκρατορικού θεσμού. Παράλληλα, οι μεγάλες δαπάνες και η δυσκολία συλλογής φόρων, μαζί με την πίεση που δέχονταν οι μικροκαλλιεργητές από τους γαιοκτήμονες, δημιούργησαν οικονομικά και κοινωνικά προβλήματα. Όλα αυτά τη στιγμή που, ενώ οι αυτοκράτορες προχωρούσαν σε αποστράτευση των βυζαντινών δυνάμεων, νέοι αντίπαλοι εμφανίζονταν απειλητικοί από το βορρά, τη δύση και την ανατολή.

Στο βορρά ξεκίνησαν οι επιθέσεις του νομαδικού τουρκικού φύλου των Πετσενέγκων, το οποίο ως τότε δρούσε ως σύμμαχος του Βυζαντίου κατά των Βουλγάρων. Μετά την κατάκτηση της Βουλγαρίας από τον Βασίλειο Β’, ο φιλοπόλεμος και πολυπληθής αυτός λαός απέκτησε κοινά σύνορα με την αυτοκρατορία και κινήθηκε εναντίον της. Οι πρώτες επιδρομές αποκρούστηκαν (1027, 1032, 1036), επί Κωνσταντίνου Μονομάχου όμως το Βυζάντιο υπέστη δεινές ήττες και αναγκάστηκε να αποδεχθεί την εγκατάστασή τους στον Κάτω Δούναβη (1046-1053). Το 1064 μία μεγάλη εισβολή Ούζων σάρωσε την αυτοκρατορία ως τον ελλαδικό χώρο, τον παροιμιωδώς όμως απροετοίμαστο Κωνσταντίνο Ι’ Δούκα (1059-1067) έσωσε το ξέσπασμα επιδημίας, η οποία αποδεκάτισε τους επιτιθέμενους. Βουλγαρικές εξεγέρσεις αδυνάτιζαν τη βυζαντινή θέση στα Βαλκάνια, ενώ Σέρβοι και Κροάτες ηγεμόνες στρέφονταν στον πάπα για την αναγνώρισή τους ως ανεξάρτητων βασιλέων. Στη δύση, οι Νορμανδοί μισθοφόροι σε μία περίοδο περίπου τριάντα ετών κατέλαβαν ολόκληρη την Κάτω Ιταλία και συνέχισαν προς την Σικελία. Η τελευταία βυζαντινή πόλη της Ιταλίας, η Βάρη, υπέκυψε το 1071. Ο πολυμήχανος δούκας των Νορμανδών, Ροβέρτος Γυισκάρδος ξεκίνησε αμέσως να σχεδιάζει την διάβαση των στενών του Υδρούντα (Οτράντο) και την κατάκτηση των ευρωπαϊκών επαρχιών του Βυζαντίου.

Η εξέλιξη όμως η οποία θα είχε τις σοβαρότερες μακροπρόθεσμες συνέπειες για τη Βυζαντινή αυτοκρατορία ήταν η εμφάνιση των Τούρκων στη Μέση Ανατολή.   Ακολουθώντας ένα μεγάλο κύμα μετανάστευσης από την κεντρική Ασία, οι φυλές των Ογούζων Τούρκων πήραν το δρόμο νότια της Κασπίας θάλασσας, μέσω του σημερινού Αφγανιστάν και της Περσίας.  Ανάμεσά τους ξεχώρισαν οι λεγόμενοι Σελτζούκοι, από τον γενάρχη Σελτζούκ, οι οποίοι ασπάστηκαν το σουνιτικό Ισλάμ στη Μπουχάρα, στον ποταμό Ώξο (Αμού Νταριά) το 956.  Το 1040 εγκαταστάθηκαν ως αυτοκρατορική δυναστεία στο Χορασάν και το 1055 ο χαλίφης της Βαγδάτης Αλ Καΐμ αναγνώρισε ως προστάτη τον εγγονό του Σελτζούκ, Τογρούλ Μπεγκ.  Η κάθοδος των Σελτζούκων ώθησε ακόμη δυτικότερα διάσπαρτες τουρκικές νομαδικές συσσωματώσεις, οι οποίες έμειναν γνωστές με το γενικό όνομα Τουρκομάνοι. Πρώτη δέχθηκε τις επιδρομές τους η αρμενική ηγεμονία του Βασπουρακάν, το 1017. Η εντεινόμενη απειλή των Τούρκων συνέτεινε την καταφυγή των Αρμενίων πριγκήπων στη βυζαντινή προστασία, οδηγώντας στο τελευταίο κύμα βυζαντινής επέκτασης προς την Υπερκαυκασία. Σύντομα όμως και τα καθαυτό βυζαντινά εδάφη άρχισαν να δέχονται επιθέσεις: το 1057 καταστράφηκε η Μελιτηνή και το 1059 η Σεβάστεια. Το 1061 κατέρρευσε η βυζαντινή συμμαχία με το εμιράτο της Άμιδας και το επόμενο έτος με του Χαλεπίου, απαλοίφοντας τα τελευταία κράτη-αναχώματα προς τους προελαύνοντες Τούρκους.  Το 1064 καταστράφηκε ολοσχερώς το Άνιον, μία από τις σημαντικότερες πόλεις του αρμενικού κόσμου, ενώ λεηλατήθηκαν τα περίχωρα της Έδεσσας στον Άνω Ευφράτη.  Ήταν η πρώτη εκστρατεία του σουλτάνου Αλπ Αρσλάν (1063-1072), διαδόχου του Τογρούλ Μπεγκ, ο οποίος θα έδινε, ασύγγνωστά του, το τελειωτικό πλήγμα στη βυζαντινή Μικρά Ασία.

Μαντζικέρτ και πτώση της Μικράς Ασίας

Ο αυτοκράτορας Ρωμανός Δ’ Διογένης (1067-1071) αφιέρωσε την βασιλεία του στην απόκρουση της τουρκικής απειλής.  Εξαπέλυσε τρεις εκστρατείες προς την Ανατολή,  οι δύο πρώτες όμως απέτυχαν να εμπλέξουν τον αντίπαλο σε αποφασιστική μάχη. Ενώ ο αυτοκράτορας πολεμούσε στην Συρία, την Κιλικία και την Αρμενία, οι Τούρκοι άλωναν την Καισάρεια (1067), τη Νεοκαισάρεια και το Αμόριο (1068), το Ικόνιο και τις Χώνες της Φρυγίας (1070).   Η τελευταία εκστρατεία (1071) έφερε τον Ρωμανό Διογένη αντιμέτωπο με τον Αλπ Αρσλάν στο Μαντζικέρτ.  Ο βυζαντινός στρατός, μοιρασμένος στα δύο, με σοβαρά προβλήματα συνοχής και συνεννόησης και πιθανό κρούσμα προδοσίας, υπέστη βαριά ήττα.

Ο αυτοκράτορας αιχμαλωτίστηκε, όμως ο σουλτάνος τον απελευθέρωσε, προσφέροντας μία πολύ ευνοϊκή για το Βυζάντιο συνθήκη ειρήνης. Η δυναστεία των Δουκών όμως στην Κωνσταντινούπολη βρήκε την ευκαιρία να κηρύξει τον Ρωμανό έκπτωτο, και να τον νικήσει στον εμφύλιο πόλεμο που ακολούθησε (1071-1072). Ο Ρωμανός συνελήφθη και τυφλώθηκε, πέθανε δε λίγο αργότερα. Οι Σελτζούκοι μπορούσαν πλέον να θεωρήσουν τη συνθήκη άκυρη και να εφορμήσουν στη Μικρά Ασία. Ήταν ο εμφύλιος πόλεμος και η μόνιμη αναταραχή της Βυζαντινής αυτοκρατορίας που επέτρεψε την σχετικά εύκολη κατάκτηση της Μικράς Ασίας από τους Τούρκους μέχρι το 1081, και όχι τόσο η μάχη του Μαντζικέρτ καθεαυτή. Ο ίδιος ο Αλπ Αρσλάν έδινε μεγαλύτερο βάρος στη σύγκρουσή του με την σιιτική δυναστεία των Φατιμιδών της Αιγύπτου, ο ίδιος δε σκοτώθηκε το 1072 σε εκστρατεία στην κεντρική Ασία. Πρώτα οι φυλές των ατάκτων Τουρκομάνων νομάδων και έπειτα οι δυνάμεις των Σελτζούκων της Περσίας άρχισαν να κατακλύζουν την Μικρά Ασία, αλλού ανενόχλητες και αλλού συναντώντας σφοδρή αντίσταση. Η Σελτζουκική αυτοκρατορία καταλάμβανε μία έκταση από το Αφγανιστάν μέχρι το Αιγαίο και την Αραβία, κάτι το οποίο ως τότε είχαν κατορθώσει μόνο οι Αχαιμενίδες Πέρσες και ο Μέγας Αλέξανδρος.

Η διάσπαση των φυσικών αμυντικών γραμμών στα βουνά της Υπερκαυκασίας και στον Ταύρο – Αντίταυρο άφηνε τη Μικρά Ασία εκτεθειμένη στις από ανατολάς επιθέσεις και μεταναστεύσεις, έθεσε δε τέλος στην ενότητά της για τετρακόσια χρόνια. Το κεντρικό οροπέδιο, οι στέπες και οι ημιερημικές εκτάσεις ήταν ιδανικές για το νομαδικό, κτηνοτροφικό και ληστρικό τρόπο ζωής των Τουρκομάνων, και κάθε προσπάθεια χάραξης ενός ακριβούς συνόρου με βάση οχυρώσεις ή φυσικά εμπόδια αποδείχθηκε ανεπιτυχής. Στις ορεινές περιοχές του Ταύρου και της Κιλικίας οι Αρμένιοι μπόρεσαν να δημιουργήσουν μία σχετικά ασφαλή εστία, η οποία παρέμεινε ανεξάρτητη για μερικούς ακόμη αιώνες. Στην άλλη πλευρά της Μικράς Ασίας, ο Βυζαντινός οίκος των Γαβράδων οχυρώθηκε πίσω από τις Ποντιακές Άλπεις και διεξήγαγε έναν επικό αμυντικό αγώνα κατά των Τουρκομάνων. Οι αδιάκοπες συγκρούσεις των τουρκικών φυλών, οι αντεπιθέσεις των Βυζαντινών και η διέλευση των Σταυροφόρων και ύστερα των Μογγόλων κρατούσαν τη Μικρά Ασία σε μία σχεδόν μόνιμη κατάσταση χάους, αστάθειας και βίας, με αποτέλεσμα την ερήμωση των πόλεων, τη μείωση του πληθυσμού και το σταδιακό εξισλαμισμό και εκτουρκισμό της πλειονότητάς του. Κατά τη διάρκεια των εμφυλίων πολέμων, οι Τούρκοι υποστήριξαν τον έναν ή τον άλλο διεκδικητή του θρόνου με αντάλλαγμα τα κλειδιά των οχυρών πόλεων, τη στιγμή που οι βυζαντινές δυνάμεις αλληλοεξοντώνονταν. Ο Σουλεϊμάν, υιός του Κουτλουμούς και ανεψιός του Αλπ Αρσλάν, εγκαθίδρυσε στη Νίκαια το σουλτανάτο του Ρουμ, δηλαδή της Ρωμανίας, των βυζαντινών εδαφών.

Η παλινόρθωση του Αλεξίου Κομνηνού

Οι αυτοκράτορες Μιχαήλ Ζ΄ Δούκας και Νικηφόρος Γ’ Βοτανειάτης δεν φάνηκαν ικανοί να ελέγξουν την κατάσταση. Τα σύνορα κατέρρεαν, το πάλαι ποτέ σταθερό νόμισμα υποτιμήθηκε, η δε Κωνσταντονούπολη γέμισε με λιμοκτονούντες Μικρασιάτες πρόσφυγες. Από τα πολλά κινήματα της περιόδου 1078-1081 ξεχώρισε εκείνο του νεαρού και φερέλπιδος στρατηγού Αλεξίου Κομνηνού, ο οποίος και κατέλαβε τον θρόνο. Ο Αλέξιος, άνδρας εξαιρετικών δυνατοτήτων και ένας από τους μεγαλύτερους Βυζαντινούς αυτοκράτορες, εγκαθίδρυσε ένα αυστηρό και συγκεντρωτικό καθεστώς που κυβέρνησε το Βυζάντιο για περίπου εκατό χρόνια. Από την αρχή της βασιλείας του αφιερώθηκε σε αδιάκοπο πόλεμο κατά των εισβολέων, ενώ αποδείχθηκε και δεινός διπλωμάτης. Πρώτα αντιμετώπισε την εισβολή των Νορμανδών στην Ήπειρο. Ο Ροβέρτος Γυισκάρδος κατέλαβε το Δυρράχιο (1081) και συνέτριψε το βυζαντινό στρατό. Ο Αλέξιος απάντησε επιστρατεύοντας την βοήθεια της Γερμανικής αυτοκρατορίας και της Βενετίας. Η προσφορά του βενετικού στόλου ήταν πράγματι πολύτιμη στον αντινορμανδικό αγώνα, όμως τα εκτενή εμπορικά προνόμια που παρεχώρησε ο αυτοκράτορας αποτέλεσαν βραδυφλεγή βόμβα στα θεμέλια της βυζαντινής οικονομίας. Η γερμανική εισβολή στην Ιταλία ανάγκασε τον Ροβέρτο να επιστρέψει στα εδάφη του, ενώ ο υιός του Βοημούνδος απέτυχε να καταλάβει την Λάρισα και αναγκάστηκε να αποσυρθεί (1083). Ο Ροβέρτος επέστρεψε με νέες δυνάμεις, το 1085 όμως ασθένησε και πέθανε στην Κεφαλονιά. Μακρός και αγριότατος υπήρξε ο πόλεμος του Αλεξίου Κομνηνού με τους Πετσενέγκους, οι οποίοι έφθασαν στα πρόθυρα της Κωνσταντινούπολης. Ο αυτοκράτορας κατόρθωσε να τους νικήσει μέχρι αφανισμού στην μάχη του Λεβουνίου της Θράκης το 1091 με τη βοήθεια των επίσης τουρκικής καταγωγής Κουμάνων. Οι τελευταίοι επέδραμαν κατά της αυτοκρατορίας το 1094, όμως και εκείνοι ηττήθηκαν από τον Αλέξιο. Παράλληλα, με συντονισμένες ναυτικές και καταδρομικές επιχειρήσεις οι Βυζαντινοί έδιωξαν τους Τούρκους από τα μικρασιατικά παράλια της Προποντίδας, ενώ απελευθέρωσαν την Λέσβο και την Χίο από τις επιδρομές του πειρατή Τζαχά, εμίρη της Σμύρνης. Ο Αλέξιος έστρεψε εναντίον του Τζαχά τον Κιλίτζ Αρσλάν, σουλτάνο της Νίκαιας, ο οποίος και τον δολοφόνησε.

Το έτος 1095 αποτελεί ένα από τα πιο σημαντικά ορόσημα της Μεσαιωνικής ιστορίας και ειδικά στην καθ’ ημάς, βυζαντινή και μεταβυζαντινή Ανατολή. Πέρα από τις θετικές ή αρνητικές μυθιστορίες που ως και τώρα εμπνέουν, οι Σταυροφορίες υπήρξαν ένα αξιοσημείωτο ξέσπασμα ενέργειας και εξωστρέφειας της Δυτικής Χριστιανοσύνης, η οποία ως τότε βρισκόταν σε μάλλον σε θέση απομόνωσης και υστέρησης, σφυροκοπούμενη από τους Σαρακηνούς, τους Μαγυάρους και τους Βίκινγκς, ενώ Βυζαντινοί και Άραβες επιδείκνυαν μεγάλες πόλεις, εκλεπτυσμένους πολιτισμούς και εξελιγμένες, εγχρήματες οικονομίες. Η γενική άνοδος της Μεσαιωνικής Ευρώπης, η οποία άρχισε να γίνεται ορατή τον 10-11ο αιώνα και κορυφώθηκε τον 13ο, εκφράστηκε με την δημιουργία ή ανάκαμψη των αστικών κέντρων, την καλλιτεχνική και φιλολογική δραστηριότητα και τον αυξανόμενο συγκεντρωτισμό της Εκκλησίας της Ρώμης. Η μεταρρύθμιση του 11ου αιώνα, γνωστή ως Γρηγοριανή από το όνομα του πάπα Γρηγορίου Ζ’ (1073-1085), έδωσε βάση στην ανεξαρτησία των εκκλησιαστικών αρχών από τις κοσμικές και την ηθική εξύψωση του κλήρου. Η επιβολή του πάπα επί του Γερμανού αυτοκράτορα Ερρίκου Δ΄ στην λεγόμενη Έριδα της Περιβολής, σχετικά με το ποιος δικαιούται να διορίζει τους επισκόπους, υπήρξε σημείο – σταθμός στην μεσαιωνική πολιτική θεολογία. Όταν λοιπόν ανέκυψαν οι πρώτες ιδέες για μία εκστρατεία στους Αγίους τόπους κατά των απίστων Τούρκων, ανεξάρτητα από το εάν υπήρξε βυζαντινή πρόσκληση εκ μέρους του δοκιμαζόμενου αυτοκράτορα Αλεξίου, οι συνθήκες ήταν ώριμες. Η Δυτική Χριστιανοσύνη άλλωστε ήδη βρισκόταν σε τροχιά πολεμικής εξάπλωσης κατά των εχθρών της. Η επιβολή των Νορμανδών στους Βυζαντινούς της Ιταλίας και τους Άραβες της Σικελίας ήταν μόνο ένα από τα σχετικά μέτωπα. To 1085 ο βασιλιάς Αλφόνσος Δ’ της Καστίλλης αφαίρεσε το Τολέδο από τους μουσουλμάνους, ενώ το 1094 ο ιππότης Ροντρίγο Ντίαζ ντε Βιβάρ, γνωστός ως Ελ Σιντ, κατέλαβε την Βαλένθια. Στην κεντρική Ευρώπη και την Βαλτική θάλασσα η προέλαση των Γερμανών επί των Σλάβων ειδωλολατρών συνεχιζόταν αργά και σταθερά. Η περικύκλωση των δυτικών χριστιανών, από την μία από τον Ατλαντικό και την (αραβο-βυζαντινή) Μεσόγειο, και από την άλλη από τους ειδωλολάτρες της Σκανδιναβίας και της κεντρικής Ευρώπης, η μεσαιωνική φυλακή όπως την χαρακτήριζε ο Halford Mackinder, είχε αρχίσει να σπάζει.

Στις επαφές του με την Δύση, ο Αλέξιος Κομνηνός είχε υπ’ όψιν του την αποστολή μισθοφορικών σωμάτων, τα οποία θα των βοηθούσαν κατά των Πετσενέγκων και των Τούρκων. Αντ’ αυτού, η Α’ Σταυροφορία, την οποία κήρυξε ο πάπας Ουρβανός Β’ στο Κλερμόντ Φεράν της Γαλλίας το 1095, έφερε στα βυζαντινά εδάφη πρώτα την άναρχη και ασύντακτη Λαϊκή Σταυροφορία του Πέτρου του Ερημίτη, η οποία σφαγιάστηκε από τους Σελτζούκους, και έπειτα την Σταυροφορία των Βαρώνων, η οποία περιελάμβανε μερικούς από τους ισχυρότερους πολέμαρχους της Ευρώπης. Ανάμεσά τους ήταν ο Ραϋμόνδος του Σαιν Ζυλ, δούκας της Τουλούζης, ο Γοδεφρείδος της Μπουγιόν, αλλά και ο Βοημούνδος του Τάραντα, ο υιός του Ροβέρτου Γυισκάρδου ο οποίος προ ολίγων ετών είχε προσπαθήσει να κατακτήσει το Βυζάντιο. Ο Αλέξιος με μεγάλη διπλωματική δεξιοτεχνία κατηύθυνε ξεχωριστά κάθε σταυροφορική στρατιά στην Κωνσταντινούπολη και απέσπασε από τους ηγέτες της όρκο υποτέλειας, με την υπόσχεση να του επιστρέψουν όσα βυζαντινά εδάφη πάρουν από τους Τούρκους. Ο αυτοκράτορας και βυζαντινές δυνάμεις πέρασαν στη Μικρά Ασία μαζί με τους Σταυροφόρους, και κατέλαβαν τη μεγάλη μητρόπολη της Νίκαιας, πρωτεύουσα των Σελτζούκων (1097). Οι Λατίνοι συνέχισαν διά του μικρασιατικού οροπεδίου, νικώντας τους Τούρκους στο Δορύλαιο και καταλήγοντας στην Συρία, όπου πολιόρκησαν την Αντιόχεια. Εν τω μεταξύ ο βυζαντινός στρατός κατέλαβε μεγάλο μέρος της δυτικής Μικράς Ασίας, αποκαθιστώντας τον αυτοκρατορικό έλεγχο στο σύνολο των ακτών του Αιγαίου.

Η πολύ δύσκολη όμως πολιορκία της Αντιόχειας έμελε να φέρει την διάσταση μεταξύ των επιδιώξεων των Βυζαντινών και των Σταυροφόρων. Ο Βοημούνδος πέτυχε την απομάκρυνση του στρατηγού Τατίκιου από την πολιορκία, οπότε όταν κατελήφθη η Αντιόχεια (1098) κατηγόρησε τον Αλέξιο για αθέτηση της συνεργασίας και ίδρυσε δική του ηγεμονία. Οι Τούρκοι όμως επέστρεψαν γρήγορα με μεγάλες δυνάμεις και απέκλεισαν τους μέχρι πρότινος πολιορκητές, οι οποίοι βρέθηκαν σε απελπιστική κατάσταση. Ο αυτοκράτορας Αλέξιος ήδη βάδιζε προς συνδρομή τους, όταν στο Φιλομήλιο συνάντησε Λατίνους λιποτάκτες, οι οποίοι τον ενημέρωσαν πως η κατάσταση της Αντιόχειας ήταν απελπιστική και οι Σταυροφόροι ήταν στα πρόθυρα της καταστροφής. Μην θέλοντας να διακινδυνεύσει τις γραμμές του σε μία τόσο μακρινή εκστρατεία δίχως ελπίδα επιτυχίας, ο Αλέξιος ανέκρουσε πρύμναν προς την Κωνσταντινούπολη. Πέρα από κάθε προσδοκία όμως, οι Σταυροφόροι νίκησαν τους Τούρκους και προχώρησαν προς το νότο, όπου και κατέκτησαν την Αγία Πόλη της Ιερουσαλήμ (1099). Η χριστιανική συμμαχία όμως είχε διαρραγεί ανεπανόρθωτα. Στην ανατολή ιδρύθηκαν νέα λατινικά κράτη, το Πριγκηπάτο της Αντιόχειας, η Κομητεία της Τρίπολης, η Κομητεία της Έδεσσας και το Βασίλειο της Ιερουσαλήμ, όπου ο Γοδεφρείδος έλαβε τον τίτλο του «Προστάτη του Παναγίου Τάφου». Καμία διάθεση δεν είχαν οι νέες αυτές πολιτικές οντότητες να υπαχθούν στην επικυριαρχία του Βυζαντίου, όχι δίχως τις πολιτικές και στρατιωτικές πιέσεις που τους ασκούσαν οι Κομνηνοί αυτοκράτορες. Η επαφή του ελληνικού και του λατινικού κόσμου δεν είχε ως αποτέλεσμα την μεγαλύτερη κατανόηση και οικειότητα, αλλά την περιφρόνηση και την καχυποψία. Η κατάσταση επιδεινώθηκε μετά την Σταυροφορία του 1101, η οποία καταστράφηκε ολοσχερώς στα βάθη της Μικράς Ασίας λόγω της απερισκεψάις των διοικητών της. Όμως η perfidia Graecorum, η ελληνική απιστία, θα γινόταν μόνιμο μοτίβο σε κάθε μελλοντική προσπάθεια δικαιολόγησης της αποτυχίας των σταυροφορικών εγχειρημάτων. Ο Αλέξιος βρέθηκε σε άμεση σύγκρουση με τον Βοημούνδο της Αντιόχειας και τον ανεψιό του Ταγκρέδο, οι οποίοι αρνούνταν πεισματικά να δεχθούν τη βυζαντινή κυριότητα. Ο βυζαντινός στρατός και στόλος μπόρεσε να φτιάξει έναν εύθραυστο διάδρομο στις νότιες ακτές της Μικράς Ασίας μέχρι την Συρία και την Κιλικία, εκμεταλλευόμενος ειδικά των αιχμαλωσία του Βοημούνδου από τους Τούρκους το 1100-1102 και την ήττα των Σταυροφόρων της Αντιόχειας και της Έδεσσας στο Χαρράν το 1105. Ο Βοημούνδος κατέφυγε στην Δύση για να ζητήσει βοήθεια εναντίον του Βυζαντίου, και το 1107 αποβιβάστηκε στην Ήπειρο και πολιόρκησε το Δυρράχιο, σε μία επανάληψη της νορμανδικής εισβολής του 1081. Αυτήν τη φορά όμως οι Βυζαντινοί ήταν κλαύτερα προετοιμασμένοι. Η πόλη άντεξε και ο Αλέξιος κράτησε τους Λατίνους εγκλωβισμένους στις ακτές, ώσπου συνθηκολόγησαν από την πείνα. Ο Βοημούνδος υποτάχθηκε στον αυτοκράτορα και έγινε υποτελής του (1108), και πέθανε στην Ιταλία λίγο αργότερα. Πίσω στην Αντιόχεια όμως, Ταγκρέδος αρνήθηκε να συμμορφωθεί, παραμένοντας αντίπαλος της αυτοκρατορίας.

Η πρόκληση της γεωγραφίας

Τα νέα σύνορα του Βυζαντίου στην ανατολή, όπως διαμορφώθηκαν με αυξομειώσεις τον καιρό των τριών μεγάλων Κομνηνών αυτοκρατόρων (Αλέξιος Α’, Ιωάννης Β’, Μανουήλ Α’), παρουσίαζαν σοβαρές δυσκολίες. Κοιτώντας ένα σύγχρονο χάρτη, η βυζαντινή αντεπίθεση στην Μικρά Ασία μοιάζει εντυπωσιακή. Τα ρωμαϊκά όπλα απελευθέρωσαν το σύνολο των παραλίων, από τα όρια της Υπερκαυκασίας μέχρι την Συρία, ενώ η δυτική ενδοχώρα της Μικράς Ασίας πλησίαζε την Άγκυρα και το Αμόριο στο εσωτερικό. Όμως ο έλεγχος αυτός ήταν σε μεγάλο βαθμό φασματικός. Ο πληθυσμός είχε ήδη αλλοιωθεί, και μάζες νομάδων Τουρκομάνων διαρκώς ωθούνταν προς τα δυτικά, προχωρώντας σε διαρκείς επιδρομές όπως οι Άραβες τον 7ο και 8ο αιώνα. Η αποσάρθρωση του θεσμού των θεμάτων και των ελεύθερων καλλιεργητών – στρατιωτών σήμαινε πως δεν υπήρχαν αξιόπιστες τοπικές άμυνες, με αποτέλεσμα ο αυτοκράτορας και οι στρατηγοί να πρέπει να εκστρατεύουν ξανά και ξανά από την Κωνσταντινούπολη, ενώ πολύ συχνά οι Τούρκοι επανέρχονταν αμέσως μετά την απόσυρση των Βυζαντινών. Πόλεις και περιοχές άλλαζαν πολύ συχνά χέρια, με τις σφαγές, τις υποδουλώσεις και τις λεηλασίες να αποψιλώνουν τον ελληνορθόδοξο πληθυσμό, την ίδια στιγμή που οι πόλεις ερειπώνονταν, το εμπόριο παρήκμαζε, οι συγκοινωνίες γίνονταν επικίνδυνες και η γη δεν μπορούσε να καλλιεργηθεί με ασφάλεια. Ο βυζαντινός έλεγχος ήταν πιο σταθερός όπου υπήρχαν φυσικά εμπόδια, όπως οι Ποντιακές Άλπεις, και σε σημαντικές πόλεις της δυτικής Μικράς Ασίας, όπως η Πέργαμος, η Φιλαδέλφεια, η Νίκαια, οι Σάρδεις κ.α. Οι Κομνηνοί δημιούργησαν μία σειρά οχυρών θέσεων στα ανατολικά σύνορα, σε μία προσπάθεια ανακοπής των τουρκικών επιδρομών, όπως στο Δορύλαιο, με μέτρια επιτυχία.

Ακόμη όμως και οι ατελείς σημερινοί χάρτες προδίδουν άμεσα μία ακόμη ζοφερή πραγματικότητα. Οι βυζαντινές γραμμές ήταν εξαιρετικά εκτεταμένες. Η επικράτεια που ανακτήθηκε από τους Κομνηνούς είχε μία συμπαγή μάζα μόνο σε ένα μέρος της δυτικής Μικράς Ασίας. Δύο επιμήκεις προεκτάσεις, μία προς τον Πόντο και μία προς την Συρία, περικύκλωναν τις τουρκικές δυνάμεις, οι οποίες ήταν εγκατεστημένες στο οροπέδιο της κεντρικής και ανατολικής Μικράς Ασίας. Η επικοινωνία της μίας περιοχής με την άλλη, και ακόμη χειρότερα η αποστολή στρατευμάτων, ήταν δύσκολη υπόθεση, καθώς οι παλιές οδικές αρτηρίες περνούσαν μέσα από το κέντρο της χερσονήσου, πλέον υπό τουρκικό έλεγχο. Οι Τούρκοι, από την μέση θέση τους, μπορούσαν να πλήξουν τους Βυζαντινούς κατά το δοκούν, προς τον βορρά, την δύση και το νότο, να αποκόπτουν την μία περιοχή από την άλλη και να απειλούν τα νώτα και τις γραμμές εφοδιασμού των αυτοκρατορικών στρατών. Η προέλαση των Βυζαντινών στο εσωτερικό γινόταν όλο και δυσκολότερη, καθώς όσο απομακρύνονταν από την ακτή τόσο εξέλιπαν οι σημαντικές πόλεις – βάσεις, οι πηγές εφοδιασμού και οι φιλικοί ελληνορθόδοξοι πληθυσμοί. Ακολουθώντας τακτική καμμένης γης, οι Τούρκοι οδήγησαν σε αποτυχία τις εκστρατείες του Αλεξίου Α’ και του Μανουήλ Α’ κατά του Ικονίου (1116 και 1146 αντίστοιχα). Ούτε οι διελεύσεις σταυροφορικών στρατών το 1101 και 1147 προσέφεραν αποτελέσματα τα οποία να μπορούν να εκμεταλλευτούν οι Βυζαντινοί. Οι παραλληλισμοί με την ελληνική θέση στην Ιωνία το 1919 είναι αναπόφευκτοι.

Μανουήλ Κομνηνός

Ο Ιωάννης και ο Μανουήλ Κομνηνός εκστράτευσαν ακούραστα και επανειλημμένα στην Μικρά Ασία, πετυχαίνοντας περιφανείς νίκες και σφυροκοπώντας το Σουλτανάτο του Ρουμ (πλέον έδρευε στο Ικόνιο), το εμιράτο των Δανισμενδιδών στη βόρειο Μικρά Ασία και τις διάφορες φυλές των Τουρκομάνων. Η Φρυγία όμως παρέμενε μία ρημαγμένη γκρίζα ζώνη, μία no man’s land της οποίας η καταστροφή και ερήμωση ευνοούσε τους αεικίνητους και σκληραγωγημένους νομάδες. Ο Μανουήλ Κομνηνός, παρότι ασκούσε εξωτερική πολιτική πολυπράγμονα και παραμέλησε συχνά το μικρασιατικό μέτωπο χάριν των δυτικών κοσμοκρατορικών φιλοδοξιών του, κέρδισε πολλές μάχες και το 1162 εξανάγκασε τον σουλτάνο του Ικονίου, Κιλίτζ Αρσλάν Β’, σε συνθηκολόγηση. Ο σουλτάνος όμως χρησιμοποίησε την ανάπαυλα για να νικήσει τους δυναστικούς του αντιπάλους και να υποτάξει το εμιράτο των Δανισμενδιδών, μεγαλώνοντας τα εδάφη του και σταθεροποιώντας την εξουσία του. Το 1176 ο Μανουήλ εξεστράτευσε με ισχυρές δυνάμεις εναντίον του, όμως αιφνιδιάστηκε στα στενά του Μυριοκεφάλου και υπέστη μεγάλη καταστροφή. Όπως και στην περίπτωση του Μαντζικέρτ, η ίδια η μάχη δεν διέλυσε τις βυζαντινές στρατιωτικές δυνατότητες, ούτε από μόνη της προκάλεσε την κατάρρευση της Μικράς Ασίας. Τα επόμενα έτη ο Μανουήλ συνέχισε να εκστρατεύει επιτυχημένα στην Μικρά Ασία και να αποκρούει επιδρομές. Όμως ήταν η τελευταία μεγάλη προσπάθεια του Βυζαντίου να περάσει από τις κοιλάδες της δυτικής Μικράς Ασίας στο κεντρικό οροπέδιο και να συντρίψει την καθέδρα των Τούρκων, και δεν θα είχε ποτέ ξανά την ισχύ ή την ηγεσία να επαναλάβει ένα τέτοιο εγχείρημα.

Η κρίση της Βυζαντινής ισχύος φάνηκε ιδιαίτερα την περίοδο της βασιλείας του Μανουήλ Α’ Κομνηνού (1143-1180). Ο Μανουήλ ήταν ηγέτης μεγάλων ικανοτήτων και ακαταγώνιστης ενεργητικότητας, όμως τα πολιτικά του όνειρα βρίσκονταν σε ανισορροπία με τις πραγματικές δυνατότητες και ανάγκες του κράτους. Εραστής της ρωμαϊκής αυτοκρατορικής ιδέας, έστρεψε μεγάλο μέρος της προσοχής του στο δυτικό μέτωπο και την Ιταλία, όπου προσπάθησε να επιβληθεί πρώτα στους Νορμανδούς και, μετά την κατάρρευση της παλαιάς συμμαχίας με τους Γερμανούς, στον αυτοκράτορα Φρειδερίκο Βαρβαρόσσα. Ο Μανουήλ προσπάθησε και να αξιοποιήσει την διέλευση της Β’ Σταυροφορίας όπως είχε κάνει ο παππούς του με την πρώτη, αλλά η οικτρή αποτυχία της όχι μόνο δεν προκάλεσε καμία βλάβη στους Τούρκους, αλλά πλημμύρισε την Ευρώπη με φήμες πως για την καταστροφή ευθυνόταν ο «προδότης, διπρόσωπος» αυτοκράτορας. Η βασιλεία του Μανουήλ ήταν γεμάτη από στρατιωτικές επιτυχίες, όπως εναντίον των Σέρβων (1150-1152) και των Ούγγρων (1151-1153, 1163-1168), ενώ εξανάγκασε το πριγκηπάτο της Αντιόχειας και τα σταυροφορικά κράτη της ανατολής σε υποταγή (1159). Απαντώντας στην επιδρομή του Ρογήρου Β’, Νορμανδού βασιλιά της Σικελίας, στον ελλαδικό χώρο, προσπάθησε να αποβιβαστεί στην Ιταλία. Οι βυζαντινές δυνάμεις κατόρθωσαν να καταλάβουν τη βάρη και άλλες πόλεις της Απουλίας, όμως σύντομα οι Νορμανδοί αναδιοργανώθηκαν και τις κατέλαβαν ξανά (1155-1158). Παρά την αποτυχία του να εξασφαλίσει την ένωση των εκκλησιών με τον πάπα, συνέχιζε να παίζει ρόλο στα ιταλικά πράγματα, χρηματοδοτώντας αφειδώς τις πόλεις της βόρειας Ιταλίας στον αγώνα τους κατά του Φρειδερίκου Βαρβαρόσσα και της γερμανικής επικυριαρχίας. Στην προσπάθειά του να αποτινάξει τον οικονομικό στραγγαλισμό της αυτοκρατορίας από τους Βενετούς, οι οποίοι χάρη στα προνόμιά τους υπονόμευαν τους Βυζαντινούς εμπόρους, ο Μανουήλ ναυπήγησε στόλο και προχώρησε σε επαφές με άλλες , ανταγωνιστικές ιταλικές πόλεις, όπως η Πίζα. Οι αποτυχημένες απόπειρές του να καταλάβει την Αίγυπτο σε συνεργασία με τους Σταυροφόρους, αποτελούν μνημείο μίας πολιτικής οικουμενικής και μεγαλεπήβολης, αλλά διαβόητης για την διάσπαση των δυνάμεων σε περισσότερα μέτωπα από ότι χρειαζόταν (1169, 1177).

Εν τέλει όλες οι προσπάθειες αυτού του ευφυούς, άοκνου και γενναίου αυτοκράτορα έμειναν ημιτελείς. Η ήττα στο Μυριοκέφαλο ενταφίασε τις προσδοκίες για εκδίωξη των Τούρκων από την Μικρά Ασία, ενώ το πλήγμα στο αυτοκρατορικό γόητρο και την ψυχολογία του Μανουήλ ήταν ακόμη ισχυρότερο από τις υλικές απώλειες. Η συμφιλίωση του πάπα και του Γερμανού αυτοκράτορα με τη συνθήκη της Βενετίας το 1177 σήμαινε όχι μόνο την κατάρρευση της δυτικής διπλωματίας του Βυζαντίου, αλλά σήμαινε και πως όλες οι μεγάλες δυνάμεις της εσπέριας Χριστιανοσύνης πλέον έβλεπαν την αυτοκρατορία ως στόχο. Με τον θάνατό του το 1180 ο Μανουήλ κληροδοτούσε στον έφηβο υιό του Αλέξιο Β’ ένα από τα φαινομενικά ισχυρότερα κράτη της Ευρώπης και της ανατολικής Μεσογείου. Τα σύνορα ήταν πιο εκτεταμένα σε σχέση με τον καιρό του πατέρα και του παππού του, ενώ οι Σέρβοι, οι Ούγγροι, οι Αρμένιοι της Κιλικίας, τα σταυροφορικά κράτη του Λεβάντη και ορισμένες ιταλικές πόλεις και ρωσικές ηγεμονίες ήταν υποτελείς και σύμμαχοι της Κωνσταντινούπολης. Όμως η εσωτερική φθορά των οικονομικών και κοινωνικών συνθηκών της αυτοκρατορίας δεν είχε ανακοπεί, και μόλις έλλειψε ο αποφασιστικός και αναγνωρισμένος μονάρχης, το οικοδόμημα των Κομνηνών κατέρρευσε.

Το τέλος των Κομνηνών

Εκμεταλλευόμενος την ανηλικότητα του Αλεξίου και το λαϊκό μίσος για την Γαλλίδα χήρα του Μανουήλ, Μαρία της Αντιοχείας, ο θείος του Ανδρόνικος Α’ Κομνηνός επέστρεψε από την εξορία και κατέλαβε τον θρόνο. Προχώρησε σε τολμηρές και απαραίτητες μεταρρυθμίσεις, για να προστατεύσει τον πληθυσμό από την διαφθορά, την αυθαιρεσία και την απληστία της αριστοκρατίας. Εφάρμοσε όμως την πολιτική του με μεθόδους αίματος και τρομοκρατίας, από τα πρώτα θύματα της οποίας ήταν ο μικρός αυτοκράτορας Αλέξιος και η μητέρα του. Το περιβάλλον εμφύλιας σύγκρουσης εκμεταλλεύθηκαν οι Νορμανδοί της Σικελίας, οι οποίοι εισέβαλαν στα βυζαντινά εδάφη και άλωσαν τη Θεσσαλονίκη. Σε κατάσταση οργής και πανικού, ο λαός της Κωνσταντινούπολης εξεγέρθηκε, κατακρεούργησε τον Ανδρόνικο και ανέβασε στον θρόνο τον Ισαάκιο Β΄ Άγγελο, εγκαινιάζοντας μία νέα δυναστεία και το άδοξο τέλος του αιώνα των Κομνηνών.

Την εποχή των Κομνηνών το Βυζάντιο ανέκαμψε πολιτικά και στρατιωτικά, περισώζοντας πολλά από τα χαμένα εδάφη του, ενώ γνώρισε και μία αξιοσημείωτη οικονομική ανάπτυξη παρά τις βαθιές κοινωνικές παθογένειες. Όμως το διεθνές περιβάλλον είχε αλλάξει δραματικά από το πρώτο τέταρτο του 11ου αιώνα. Τα δύο σημαντικότερα στοιχεία ήταν η ορμητική αναζωογόνηση του ως τότε καταπονημένου μουσουλμανικού κόσμου, και η εκρηκτική ανάπτυξη και επιθετικότητα της Δύσης. Οι Σελτζούκοι και οι Τουρκομάνοι ήταν μόνο ένα από τα κεφάλαια της μακράς σειράς μεταναστεύσεων από την κεντρική Ασία προς την Μεσόγειο και την Ευρώπη, η οποία συνεχίστηκε μέχρι τον 15ο αιώνα. Η αδυναμία ανάκτησης του εσωτερικού της Μικράς Ασίας και ο συνεχής, αγωνιώδης αγώνας να προστατευθούν οι δυτικές περιφέρειές της από τις τουρκικές επιδρομές, σήμαινε πως το Βυζάντιο είχε πλέον έναν πολύ περισσότερο παθητικό και αμυντικό ρόλο, από αυτόν του πάλαι ποτέ ρυθμιστή στα κομβικά σταυροδρόμια της ευρασιατικής και ευρωμεσογειακής οικουμένης. Η απώλεια των ιταλικών κτήσεων οδήγησε σε διαδοχικές νορμανδικές εισβολές στον ηπειρωτικό χώρο της χερσονήσου του Αίμου, ενώ το Βυζάντιο δεν μπόρεσε να ακολουθήσει την εντυπωσιακή ανάπτυξη της ναυτικής δύναμης των ιταλικών εμπορικών πόλεων, της Βενετίας, της Γένουας και της Πίζας. Το εμπόριο της ανατολής πέρασε στα χέρια των Ιταλών, και μαζί του πολύ σημαντικά έσοδα. Παρά τις νομισματικές μεταρρυθμίσεις του Αλεξίου Κομνηνού, το βυζαντινό νόμισμα εξέπεσε από την παγκόσμια θέση του, και σταδιακά υποκαταστάθηκε από τα ιταλικά. Οι Σταυροφορίες προς τους Αγίους Τόπους, όσο και εάν τελικώς απέτυχαν, ήταν δείγμα της ροπής των δυτικών χριστιανών προς επέκταση, την οποία υποστήριζε η υψηλή πολεμική τους τεχνική και εμπειρία.

Άγγελοι: Ο αγωνιώδης επίλογος

Η βασιλεία των Αγγέλων συνοδεύτηκε από την ολική αποσύνθεση της αυτοκρατορίας. Ενώ η βασιλεία του Ισαακίου Β’ ξεκίνησε με την απόκρουση της νορμανδικής επίθεσης κοντά στις Σέρρες, η συνέχεια δεν υπήρξε ρόδινη. Οι Νορμανδοί υποχώρησαν και εγκατέλειψαν τα ελληνικά εδάφη, όμως διατήρησαν την κατοχή της Κεφαλονιάς και της Ζακύνθου. Η Κύπρος είχε αποστατήσει ήδη από την βασιλεία του Ανδρονίκου Α’, υπό τον Ισαάκιο Κομνηνό, μέχρι που έπεσε στα χέρια του Άγγλου σταυροφόρου βασιλιά Ριχάρδου του Λεοντόκαρδου το 1191, ξεκινώντας την μακρά περίοδο της λατινοκρατίας στο νησί. Το 1186 τα αδέλφια Πέτρος και Ασέν εξεγέρθηκαν και ανασύστησαν το δεύτερο βουλγαρικό βασίλειο με τη βοήθεια Βλάχων και Κουμάνων. Το βλαχο-βουλγαρικό κράτος ποτέ δεν έφθασε στα επίπεδα ισχύος που άλλοτε είχαν ο Συμεών και ο Σαμουήλ, όμως δημιούργησε εκ του μη όντος ένα σοβαρό πρόβλημα στα βορειοανατολικά σύνορα της Κωνσταντινούπολης, εκεί που από τον καιρό του Βασιλείου Β’ του Βουλγαροκτόνου υπήρχε ένα σταθερό σύνορο στον Δούναβη. Η Σερβία αποτίναξε τη βυζαντινή επικυριαρχία και η Ουγγαρία ξέφυγε ολοκληρωτικά από τη βυζαντινή πολιτική και πολιτισμική σφαίρα.

Η Γ’ Σταυροφορία αποτέλεσε πολύ σοβαρό κίνδυνο για την αυτοκρατορία. Μετά την ήττα του Βασιλείου της Ιερουσαλήμ από τον στρατό του περίφημου σουλτάνου Σαλαντίν το 1187, η Αγία Πόλη έπεσε στα χέρια των μουσουλμάνων το 1189. Η οργή και η οδύνη που κατέλαβε την δυτική Χριστιανοσύνη κινητοποίησε τρεις ισχυρούς βασιλείς να φορέσουν το σταυρό και να κινηθούν προς την Παλαιστίνη, τον Φίλιππο Β’ Αύγουστο της Γαλλίας, τον Ριχάρδο της Αγγλίας και τον Φρειδερίκο Βαρβαρόσσα της Γερμανίας. Οι Σέρβοι και οι Βούλγαροι προσπάθησαν να συμμαχήσουν με τον Γερμανό αυτοκράτορα και να τον στρέψουν κατά του Βυζαντίου. Ο Ισαάκιος πρσοπάθησε να αντισταθμίσει αυτές τις ενέργειες συμμαχώντας με τον Σαλαντίν. Ο Φρειδερίκος κατέλαβε την Φιλιππούπολη και την Αδριανούπολη και λίγο έλλειψε να πολιορκήσει την ίδια την Βασιλεύουσα. Ο Ισαάκιος αναγκάστηκε να αποκηρύξει τη συμμαχία με τον Σαλαντίν και να βοηθήσει την διαπεραίωση των Σταυροφόρων στην Ασία. Η Γ’ Σταυροφορία είχε άδοξο τέλος, καθώς ο Φρειδερίκος πνίγηκε σε έναν ποταμό της Κιλικίας, ενώ ο Ριχάρδος παρά τις εντυπωσιακές νίκες του κατά του Σαλαντίν, δεν μπόρεσε να ανακτήσει την Ιερουσαλήμ.

Η δεκαετία του 1190 είδε την κορύφωση των στασιαστικών κινημάτων, ειδικά στην Μικρά Ασία, τα οποία οδηγούσαν σε αποσχιστικές κινήσεις και άφηναν το πεδίο ελεύθερο στην προέλαση των Τούρκων, οι οποίοι πλησίαζαν όλο και περισσότερο στο Αιγαίο. Το 1195 ο Ισαάκιος ανατράπηκε και τυφλώθηκε από τον αδελφό του, Αλέξιο Γ’ Άγγελο (1195-1203).  Υπό την διοίκηση αυτού του ανίκανου αυτοκράτορα, το Βυζάντιο βρέθηκε σε ολοκληρωτική αποσύνθεση, εξωτερική, εσωτερική και σε όλα τα μέτωπα, μεταξύ ξένων απειλών και εσωτερικών εξεγέρσεων. Ο υιός του Φρειδερίκου Βαρβαρόσσα, Ερρίκος ΣΤ’ της Γερμανίας, απειλούσε να εισβάλει εάν δεν λάμβανε έναν συντριπτικό φόρο υποτελείος (αλαμανικόν). Ο θάνατός του το 1197 απέτρεψε τα χειρότερα. Ο υιός του Ισαακίου, επίσης Αλέξιος Άγγελος, μπόρεσε να δραπετεύσει και να καταφύγει στην Δύση, με στόχο να βρει βοήθεια για την επάνοδό του στον θρόνο. Εκείνος ήταν που το 1202 εξέτρεψε την Δ΄ Σταυροφορία από τον αρχικό της στόχο, την Αίγυπτο, προς την Κωνσταντινούπολη. Τα όσα επακολούθησαν αποτέλεσαν μία ανεπανόρθωτη καταστροφή για την Βυζαντινή αυτοκρατορία και τον ελληνορθόδοξο κόσμο, της οποίας οι συνέπειες ακόμη πλανώνται πάνω από την Ανατολική Μεσόγειο θάλασσα.


Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...

ΠΡΟΤΕΙΝΟΜΕΝΑ

Πόσο ελληνική ήταν η βυζαντινή Μικρά Ασία; Εθνογραφική ανάλυση

Γράφει ο Μάριος Νοβακόπουλος* Η Μικρά Ασία είναι χώρος με κολοσσιαίο βάρος για τον ιστορικό Ελληνισμό και κυριαρχεί στο φαντασια...