Τετάρτη, 14 Φεβρουαρίου 2018

Η Α' Σταυροφορία: από την Ευρώπη στην Ιερουσαλήμ



Γράφει ο Μάριος Νοβακόπουλος*
Το μήνυμα του Ουρβανού σκόρπισε ρίγη ενθουσιασμού σε ολόκληρη την Ευρώπη.  Η προοπτική μίας εκστρατείας για την απελευθέρωση των Αγίων Τόπων που θα συνοδευόταν από άφεση αμαρτιών συγκίνησε τόσο απλούς ανθρώπους όσο και ισχυρούς φεουδάρχες, ενώ για τους πιο πεζούς η Σταυροφορία έδινε την ευκαιρία ενός μακρινού, ηρωικού ταξιδιού και ελπίδα απόκτησης πλούτου και δόξης.  Η περιπετειώδης αποδημία προς την Ιερουσαλήμ και η ασκητική χροιά της εκστρατείας συνδυαζόταν στην ιπποτική φαντασία με την παράδοση των παγανιστικών επών για τα υπερπόντια ταξίδια των ηρώων προς τη γη της αιωνίου ζωής.


Ενώ ο πάπας συνεννοείτο με τους σημαντικοτέρους ευγενείς και ιππότες για τις λεπτομέρειες της εκστρατείας, οι λαϊκές μάζες, ερεθισμένες από πλανοδίους κήρυκες, κυριεύθηκαν από θρησκευτικό παροξυσμό.  Με ελάχιστη πολεμική πείρα και ακόμη λιγότερη προετοιμασία, ασύντακτες ομάδες χωρικών και προσκυνητών άρχισαν να κινούνται προς την ανατολή.  Κάποιες από αυτές, ηγούμενες από το Γερμανό χαμηλόβαθμο ευγενή Έμικο του Λένινγκεν, αντί να προχωρήσουν προς την Ασία, κινήθηκε προς τις πόλεις της Ρηνανίας και άρχισαν να τους επιτίθενται στις εκεί εβραϊκές κοινότητες.  Παρά την καταδίκη και ενίοτε την ένοπλη αντίσταση της Εκκλησίας οι σφαγές και λεηλασίες υπήρξαν εκτεταμένες.  Ο Έμικο και οι ακόλουθοι του προχώρησαν προς την Ουγγαρία, όμως οι βιαιοπραγίες και οι ληστείες τους ήταν τέτοιες που αναχαιτίστηκαν και σφαγιάστηκαν από τα ουγγρικά στρατεύματα.  Ταυτοχρόνως πολυάριθμοι προσκυνητές και ιππότες ξεκινούσαν από τη Γαλλία, καθοδηγούμενοι από το μοναχό Πέτρο τον Ερημίτη.  Η «Σταυροφορία του Λαού» πέρασε ατάκτως μέσα από ουγγρικά και βυζαντινά εδάφη ληστεύοντας για να συντηρηθεί (και ισοπεδώνοντας το Βελιγράδι μεταξύ άλλων), με αποτέλεσμα να αποδεκατιστεί από τα αυτοκρατορικά στρατεύματα.  Ο όχλος έφθασε τελικά στην Κωνσταντινούπολη, όπου ο Αλέξιος Κομνηνός παρότρυνε τον Πέτρο να στρατοπεδεύσει και να περιμένει τα στρατιωτικά τμήματα της Σταυροφορίας που ήδη ξεκινούσαν από την Ευρώπη.  Ο μοναχός συμφώνησε αλλά η συμπεριφορά των ακολούθων του ήταν τόσο ταραχοποιός που ο αυτοκράτορας προτίμησε να τους μεταφέρει γρήγορα στην Ασία.  Παρακούοντας τις εκκλήσεις του Πέτρου για ψυχραιμία και αναμονή, οι ζηλωτές κινήθηκαν εναντίον των Σελτζούκων, οι οποίοι και τους εξολόθρευσαν.  Τα καταπονημένα υπολείμματα της Λαϊκής Σταυροφορίας διασώθηκαν από τους Βυζαντινούς.

Η βυζαντινή εντύπωση από τους πρώτους σταυροφόρους ήταν πολύ κακή.  Η ίδια η έννοια της Σταυροφορίας ήταν ξένη σε μία κοινωνία που πολεμούσε ακαταπαύστως με το Ισλάμ επί αιώνες και οι έννοιες της ενόπλου Εκκλησίας και της δια της μάχης αφέσεως των αμαρτιών ακούγονταν σκανδαλώδεις για την ανατολική θεολογία.  Η αθλιότητα των φανατισμένων όχλων αλλά και η ληστρική, βίαιη συμπεριφορά τους κατά τη διαδρομή προκάλεσε την αποστροφή των Βυζαντινών, οι οποίοι γρήγορα αμφισβήτησαν τα χριστιανικά κίνητρα τους και ένιωσαν να επιβεβαιώνεται η πεποίθηση ανωτερότητος τους έναντι της Δύσεως.  Η είδηση πως ισχυρά σταυροφορικά στρατεύματα υπό την ηγεσία φημισμένων πολεμικών ηγετών έρχονταν προς την πρωτεύουσα του προκάλεσε μεγάλη αμηχανία στον Αλέξιο, ο οποίος σίγουρα δεν ανέμενε κάτι τέτοιο όταν συνεννοείτο με τον πάπα για αποστολή βοηθείας.

Χάρτης των πρώτων Σταυροφοριών.  Στην πρώτη οι δυτικοί στρατοί έφθασαν στην Κωνσταντινούπολη μέσω Ουγγαρίας ή Ιταλίας και συνέχισαν δια της Μικράς Ασίας και της Συρίας στην Ιερουσαλήμ.
Το 1096 οι σταυροφορικές δυνάμεις άρχισαν να κινούνται διαμέσου της Ευρώπης, είτε στην Ουγγαρία είτε προς τα λιμάνια της Ιταλίας, με κοινό προορισμό την Κωνσταντινούπολη.  Άτυπος αρχηγός της Σταυροφορίας ήταν ο παπικός απεσταλμένος, επίσκοπος Άντεμαρ, όμως οι πρωταγωνιστές ήταν άλλοι.  Ο γηραιός Ραϋμόνδος Δ’, κόμης της Τουλούζης και ένας από τους ισχυροτέρους και πλουσιοτέρους άνδρες της Ευρώπης και βετεράνος των αντιμουσουλμανικών πολέμων της Ισπανίας, ηγείτο του μεγαλυτέρου στρατού.  Ο Γοδεφρείδος της Μπουγιόν με τον αδελφό του Βαλδουίνο ηγείτο των γερμανικών στρατευμάτων, ενώ ο πρίγκηπας Ούγος του Βερμαντουά ερχόταν επικεφαλής ενός μικρού γαλλικού αποσπάσματος.  Από το Βέλγιο έφθανε ο Ροβέρτος της Φλάνδρας, του οποίου ο πατέρας είχε πολεμήσει στο πλευρό του Αλεξίου.  Τέλος, ο γιος του Ροβέρτου Γυισκάρδου, Νορμανδός πρίγκηπας Βοημούνδους, αποβιβάστηκε στα ίδια εδάφη που προ δεκαετίας είχε προσπαθήσει να κατακτήσει, μαζί με τον ανιψιό του Ταγκρέδο.

Και εδώ η διέλευση των σταυροφόρων ήταν επεισοδιακή.  Ο Γοδεφρείδος και ο Ροβέρτος κατάφεραν να κρατήσουν την πειθαρχία στους στρατούς τους, όμως οι άνδρες του Ραϋμόνδου και του Βοημούνδου λεηλάτησαν επανειλημμένα τη βυζαντινή ύπαιθρο.  Ένταση προκλήθηκε από την προσωρινή κράτηση του πρίγκηπος Ούγου από τους Βυζαντινούς, λόγω μίας προκλητικά αλαζονικής επιστολής που είχε στείλει στον Αλέξιο.  Τελικά τα στρατεύματα της Σταυροφορίας συγκεντρώθηκαν έξω από την Κωνσταντινούπολη, με τη φρουρά της Βασιλευούσης να βρίσκεται σε πολεμικό συναγερμό.  Ο αυτοκράτορας, αναγνωρίζοντας πόσο εύκολα η κατάσταση μπορούσε να εκτραχυνθεί, αποφάσισε να διαχειριστεί διπλωματικά τους δυτικούς.

Ένας προς έναν οι αρχηγοί της Σταυροφορίας εκλήθησαν στα ανάκτορα για ακρόαση με τον Αλέξιο.  Ο αυτοκράτορας υποσχέθηκε την παροχή στρατιωτικής βοηθείας, μεταφορικών μέσων και πάσης φύσεως εφοδίων, αρκεί οι Σταυροφόροι να έδιναν όρκο υποτελείας σε εκείνον.  Αφού είχαν ταξιδεύσει τόσο μακριά από τις πατρίδες τους ο προηγούμενος όρκος στον εκάστοτε άρχοντα τους έπαυε να ισχύει και έπρεπε να ανανεωθεί με τον ηγεμόνα της Ανατολής, το Βυζαντινό αυτοκράτορα.  Οι σταυροφόροι θα έπρεπε να συνεργαστούν με τους Βυζαντινούς και να τους αποδώσουν όλα τα εδάφη που θα ανακτούσαν από τους μουσουλμάνους.  Με τον τρόπο αυτό ο αυτοκράτορας επιχειρούσε να ενσωματώσει ένα μεγάλο και ισχυρό στράτευμα στους βυζαντινούς σχεδιασμούς και, χρησιμοποιώντας την πολιτική πρακτική της Δύσεως, να τους εντάξει στο δίκτυο πίστεως και ιεραρχίας της Κωνσταντινουπόλεως.  Με την προσφορά δώρων ή με απειλές, όλοι οι αρχηγοί ορκίστηκαν.  Μόνο ο Ραϋμόνδος αρνήθηκε πεισματικά μέχρι τέλους, δηλώνοντας πως μόνο ο Θεός και ο πάπας είναι οι ηγεμόνες του.  Εν είδει συμβιβασμού, ο κόμης της Τουλούζης έδωσε υπόσχεση φιλίας και σεβασμού του αυτοκράτορα και της αυτοκρατορίας.  Κατά ιστορική ειρωνεία ήταν ο Ραϋμόνδος που πιο ευσυνείδητα τήρησε πίστη προς τον Αλέξιο από όλους τους σταυροφόρους.

Με τις πολιτικές συμφωνίες ολοκληρωμένες, τα σταυροφορικά και βυζαντινά στρατεύματα αποβιβάστηκαν στη Μικρά Ασία την άνοιξη του 1097.  Πρώτος στόχων των συνασπισμένων χριστιανών ήταν η Νίκαια, πρωτεύουσα του σελτζουκικού σουλτανάτου.  Η πόλη, υψηλής συμβολικής σημασίας ως τόπος διεξαγωγής της Α’ Οικουμενικής Συνόδου, προστατευόταν από ισχυρά τείχη, ενώ τμήμα της εφάπτετο στην ακτή της λίμνης Ασκανίας.  Οι σταυροφόροι ξεκίνησαν εφόδους υποστηριζόμενοι από βυζαντινές πολιορκητικές μηχανές.  Ο σουλτάνος Κιλίτζ Αρσλάν, απουσιάζων σε εκστρατεία στα ανατολικά του σύνορα, έσπευσε να διασώσει την πρωτεύουσα του, όμως η απόπειρα λύσεως της πολιορκίας συνετρίβη από τους ιππότες του Γοδεφρείδου και του Βοημούνδου.  Φοβούμενοι πως αν οι σταυροφόροι καταλάμβαναν την πόλη με έφοδο θα προέβαιναν σε μαζικές λεηλασίες και φόνους, οι πολιορκημένοι ξεκίνησαν μυστικές διαπραγματεύσεις με τους Βυζαντινούς για την παράδοση τους.  Ο Αλέξιος συμφώνησε και λίγο αργότερα, κατά τη διάρκεια εφόδου, βυζαντινά στρατεύματα ανέβηκαν στα παραλίμνια τείχη χωρίς ουσιαστική αντίσταση, θέτοντας τη Νίκαια υπό τον έλεγχο τους πριν προλάβουν να εισέλθουν οι σταυροφόροι (Ιούνιος).  Η τροπή αυτή δυσαρέστησε τους δυτικούς, όντας η πρώτη αφρομή για την εξέλιξη του μύθου των «προδοτών Ελλήνων».  Ο Αλέξιος προσπάθησε να κατευνάσει τους σταυροφόρους με δώρα, ενώ έστειλε ένα στρατιωτικό απόσπασμα υπό τον έμπειρο στρατηγό Τατίκιο να τους συνοδεύσει στην Ιερουσαλήμ.  Ο αυτοκράτορας επέστρεψε στην Κωνσταντινούπολη, ενώ άλλα βυζαντινά στρατεύματα εκμεταλλεύτηκαν την ήττα των Τούρκων για να προελάσουν νότια.  Χάρη στις νίκες της Α’ Σταυροφορίας το βυζάντιο αποκατέστησε τον έλεγχο της δυτικής Μικράς Ασίας (ως το Μαίανδρο) και των παρευξεινίων εδαφών.

Στη μάχη του Δορυλαίου η πολεμική δεινότητα του Βοημούνδου μετέτρεψε μία σχεδόν βέβαιη πανωλεθρία σε θρίαμβο.
Οι σταυροφόροι από την άλλη συνέχισαν την πορεία τους προς τα μικρασιατικά υψίπεδα, αντιμετωπίζοντας την αφόρητη ζέστη και τις τακτικές καμμένης γης των Τούρκων.  Στις 10 Ιουλίου ο στρατός του Σουλτάνου αιφνιδίασε την εμπροσθοφυλακή των σταυροφόρων έξω από το Δορύλαιο.  Οι ευέλικτοι Τούρκοι ιπποτοξότες απέφευγαν τις αντεπιθέσεις των Νορμανδών ιπποτών του Βοημούνδου και απείλησαν με καταστροφή τις χριστιανικές δυνάμεις.  Οι σταυροφόροι αναγκάστηκαν να αφιππεύσουν και να αμυνθούν πίσω από τις ασπίδες τους ώσπου η οπισθοφυλακή έφθασε και επιτέθηκε στους Σελτζούκους, διαλύοντας τους.  Ύστερα από αυτήν την παρ’ ολίγον πανωλεθρία οι σταυροφόροι συνέχισαν νοτιοανατολικά, στέλνοντας δύο δυνάμεις αναγνωρίσεως στην Κιλικία με επικεφαλής τον ανεψιό του Βοημούνδου, Ταγκρέδο, και τον μικρό αδελφό του Γοδεφρείδου, Βαλδουίνο της Βουλώνης.  Ο Ταγκρέδος κατέλαβε ορισμένες πόλεις στην Κιλικία και, μην έχοντας δώσει τον όρκο, τις κήρυξε δικό του φέουδο.  Έστω και εάν αναγκάστηκε να τις εγκαταλείψει σχεδόν αμέσως, από εκείνον ξεκίνησε η δημιουργία των πρώτων Σταυροφορικών Κρατών και η εδαφική και πολιτική διαφοροποίηση της εκστρατείας από τις βυζαντινές προσδοκίες.  Από την άλλη ο Βαλδουίνος απομακρύνθηκε ακόμη περισσότερο από τον κύριο όγκο των σταυροφορικών δυνάμεων με στόχο την εγκαθίδρυση ενός δικού του κρατιδίου.  Ερχόμενος σε επαφή με τους Αρμενίους που κυριαρχούσαν στην περιοχή της Κιλικίας και της Άνω Μεσοποταμίας, κατάφερε να κερδίσει την εμπιστοσύνη του Θώρου, ηγεμόνος της Εδέσσης.  Ο γηραιός άρχοντας τον υιοθέτησε και τον ονόμασε διάδοχο, ενώ σε αντάλλαγμα ο Βαλδουίνος και οι ιππότες του συνέτριψαν τους Τούρκους που απειλούσαν την πόλη.  Στη συνέχεια όμως ο Βαλδουίνος εκμεταλλεύτηκε μία συνομωσία για την ανατροπή του Θώρου, επέτρεψε το φόνο του και στη συνέχεια ανήλθε ο ίδιος στην εξουσία.  Εκεί ιδρύθηκε η Κομητεία της Εδέσσης, επισήμως το πρώτο φραγκικό κράτος της Outremer, της «της πέρα από τη θάλασσα».  Ήταν μία εξόφθαλμη παρέκβαση από τον όρκο και τη συμφωνία μεταξύ σταυροφόρων και Βυζαντινών, ακόμη εντονότερη δε από το γεγονός πως ο Θώρος ήταν πρώην βυζαντινός αξιωματούχος-βασική αφορμή της αρμενικής συνομωσίας κατά του ήταν πως πρέσβευε την ελληνορθόδοξη πίστη.  Η υπόθεση της Εδέσσης αποτέλεσε πρελούδιο για την μακροχρόνια περιπλοκή της Αντιοχείας, του επομένου στόχου των σταυροφόρων.

Η Αντιόχεια, που είχε καταληφθεί από τους Σελτζούκους το 1084, ήταν από τις αρχαιότερες και σημαντικότερες πόλεις της ανατολής, με ελληνορθόδοξο, αρμενικό και συριακό πληθυσμό και τα αντίστοιχα πατριαρχεία.  Οι σταυροφόροι ξεκίνησαν την πολιορκία της άριστα οχυρωμένης πόλης με τη βοήθεια των Βυζαντινών.  Σχεδόν χωρίς προειδοποίηση όμως το βυζαντινό απόσπασμα εγκατέλειψε την πολιορκία.  Φαίνεται πως είχαν κυκλοφορήσει φήμες πως οι Φράγκοι σκόπευαν να επιτεθούν στους Βυζαντινούς για να μην παραδώσουν την πόλη και ο Τατίκιος προτίμησε να αποχωρήσει γρήγορα για την Κύπρο.  Ο Βοημούνδος, που φέρεται να είχε ο ίδιος δημιουργήσει τις φήμες, εκμεταλλεύτηκε την αναστάτωση για να καταγγείλει την «προδοσία» των Βυζαντινών και να κηρύξει πως ο όρκος στον αυτοκράτορα ήταν άκυρος.  Ο Γοδεφρείδος και ο Ραϋμόνδος διαμαρτυρήθηκαν, υποψιαζόμενοι τη μηχανορραφία, όμως ο Βοημούνδος κέρδισε την υποστήριξη των απλών στρατιωτών.  Η πολιορκία συνεχίστηκε και εν τέλει η πόλη έπεσε (1098).  Σχεδόν αμέσως οι σταυροφόροι βρέθηκαν πολιορκημένοι αφού μία μεγάλη τουρκική στρατιά, αποσταλείσα για να διασώσει την Αντιόχεια, πλέον επιχειρούσε να ανακαταλάβει την πόλη.  Οι χριστιανοί άρχισαν να καταρρέουν από την πείνα και, φοβούμενοι πως όλα πλέον είχαν χαθεί, αρκετοί λιποτάκτησαν.  Κάποιοι από τους λιποτάκτες συνάντησαν στο Φιλομήλιο της Μικράς Ασίας τον Αλέξιο Κομνηνό, επικεφαλής μίας μεγάλης στρατιάς που κατευθυνόταν προς την Αντιόχεια για να βοηθήσει τους σταυροφόρους.  Θέλοντας να δικαιολογήσουν τη φυγή τους, οι λιποτάκτες είπαν στον αυτοκράτορα πως η πόλη είχε ήδη πέσει στα χέρια των Τούρκων και ο σταυροφορικός στρατός είχε καταστραφεί.  Ο αυτοκράτορας εγκατέλειψε την εκστρατεία.  Ως εκ θαύματος όμως (σχεδόν κυριολεκτικά-ένας ιερέας ανακάλυψε τη φερόμενη ως Αγία Λόγχη, γεγονός που εκτίναξε το ηθικό των πολιορκημένων) οι σταυροφόροι νίκησαν και δεν επρόκειτο να συγχωρήσουν κάτι που εξέλαβαν ως εγκατάλειψη και αθέτηση του φεουδαρχικού καθήκοντος του Αλεξίου να βοηθά τους υποτελείς του.  Ο αυτοκράτορας προσπάθησε να διασώσει την κατάσταση στέλνοντας δώρα και ζητώντας χρόνο να οδηγήσει το στρατό του στην Ιερουσαλήμ μαζί τους, χωρίς αποτέλεσμα.  Ο Βοημούνδος εγκαταστάθηκε στην Αντιόχεια ως πρίγκηπας της, πυροδοτώντας άγριο ανταγωνισμό με το Ραϋμόνδο που υπερασπιζόταν τα δικαιώματα του Βυζαντινού αυτοκράτορος.  Η διαμάχη αυτή καθυστέρησε την εκστρατεία, ώσπου κάτω από την πίεση των άλλων αρχηγών ο Ραϋμόνδος ηγήθηκε του στρατεύματος (ο επίσκοπος Άντεμαρ είχε μόλις πεθάνει) και κινήθηκε προς το νότο (Ιανουάριος 1099).


Το καλοκαίρι οι σταυροφόροι έφθασαν στην Ιερουσαλήμ, η οποία όμως δεν ελεγχόταν από τους Τούρκους αλλά από τη σιιτική δυναστεία των Φατιμιδών της Αιγύπτου, η οποία είχε εκμεταλλευτεί τη Σταυροφορία για να επιτεθεί στους σουνίτες εχθρούς της.  Στις 15 Ιουλίου, ύστερα από περίπου ενάμιση μήνα πολιορκίας, η Αγία Πόλη έπεσε στους χριστιανούς.  Ακολούθησε μεγάλης κλίμακας σφαγή των μουσουλμάνων και Εβραίων κατοίκων της.  Οι σταυροφόροι γιόρτασαν την εκπλήρωση του στόχου τους και κήρυξαν το Γοδεφρείδο ηγεμόνα της πόλεως.  Εκείνος, αρνούμενος να στεφθεί βασιλέας εκεί που φόρεσε το ακάνθινο στέμμα ο Χριστός, ονομάστηκε «Προστάτης του Παναγίου Τάφου».  Υπό τον τίτλο αυτό ο Γοδεφρείδος συνέτριψε στην Ασκαλώνα μία αιγυπτιακή στρατιά (12 Αυγούστου), διασφαλίζοντας τη χριστιανική κυριαρχία στην Ιερουσαλήμ και τους Αγίους Τόπους.  Το όνειρο του Ουρβανού είχε γίνει πραγματικότητα.

ΔΕΙΤΕ ΤΗ ΣΥΝΕΧΕΙΑ: Τα αποτελέσματα της Α' Σταυροφορίας για τους Βυζαντινούς


*φοιτητής διεθνών, ευρωπαϊκών και περιφερειακών σπουδών (mnovakopoulos.blogspot.gr)

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...

cognoscoteam.gr

cognoscoteam.gr
ΙΣΤΟΣΕΛΙΔΑ ΙΣΤΟΡΙΑΣ ΚΑΙ ΑΝΑΛΥΣΗΣ

ΠΡΟΤΕΙΝΟΜΕΝΑ

Οι μεγάλοι βουβοί της ιστορίας και το δυστύχημα του Ελληνισμού

Γράφει ο Μάριος Νοβακόπουλος* Ο άνθρωπος είναι ζώο κοινωνικό, το οποίο ορίζεται σε τεράστιο βαθμό από την αλληλεπίδραση και επι...