Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Φανάρι – Βατικανό: γεωπολιτική συμμαχία ανάγκης

ΠΡΩΤΗ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ:  Νέα Πολιτική 18-5-2016

Η πρόσφατη επίσκεψη του Πάπα Φραγκίσκου και του Οικουμενικού Πατριάρχου Βαρθολομαίου στη Λέσβο για να συμπαρασταθούν στους πρόσφυγες τράβηξε τα φώτα της δημοσιότητας και τροφοδότησε το διάλογο για τις οικουμενικές σχέσεις Ορθοδοξίας και Ρωμαιοκαθολικισμού, τις πολιτικές σκοπιμότητες του διομολογιακού διαλόγου, την επιρροή των εκκλησιών στη διεθνή σκηνή κ.α.  Οι επαφές μεταξύ Φαναρίου και Βατικανού είναι συχνές και οι σχέσεις τους θερμές τα τελευταία χρόνια.  Αυτό βέβαια έχει κορυφαία σημασία από εκκλησιαστική και θεολογική άποψη, καθώς αποτελούν συνέχιση της προσπάθειας για επανένωση των δύο εκκλησιών, διαδικασία με κολοσσιαίες πνευματικές και σωτηριολογικές προεκτάσεις για τους πιστούς τους.

Όμως η «ιερά διπλωματία» δεν γίνεται καθαρά για θρησκευτικούς λόγους, ούτε η αποκατάσταση του ρήγματος στο Σώμα Κυρίου είναι το μόνο μέλημα των δύο διαδόχων των Αποστόλων.  Η Παποσύνη και το Οικουμενικό Πατριαρχείο δεν είναι απλά λατρευτικές συσπειρώσεις, είναι δρώντες του διεθνούς συστήματος με εξαιρετικό γόητρο, και αλληλεπιδρούν έντονα με το παγκόσμιο πολιτικό περιβάλλον.  Η προσέγγιση Πρεσβυτέρας και Νέας Ρώμης προσδοκά να δώσει λύσεις στις σοβαρές γεωπολιτικές ανησυχίες που ταλανίζουν τους δύο επισκοπικούς θρόνους τον 21ο αιώνα.


Για να ξεκινήσουμε από τα καθ’ ημάς, το Οικουμενικό Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως βρίσκεται σε δεινή θέση.  Το τουρκικό κράτος τηρεί καθαρά εχθρική στάση προς αυτό και το ρωμαίικο ποίμνιο της Πόλης βαίνει προς εξαφάνιση.  Παρά τις διαρκείς εγκλήσεις από το εξωτερικό, η Θεολογική Σχολή της Χάλκης παραμένει κλειστή.  Οι σχέσεις με την Ελλαδική Εκκλησία δεν είναι οι καλύτερες, ενώ διαρκείς κρίσεις και σχίσματα ταλαιπωρούν τον κατακερματισμένο (ακόμη και βάσει του προτύπου της υγιούς αυτοκεφαλίας και εκκλησιαστικής αυτοδιάθεσης) ορθόδοξο κόσμο.  Και μπορεί ο Οικουμενικός Πατριάρχης να εκτελεί χρέη primi inter pares εντός της Ορθοδοξίας και να προβάλλεται διεθνώς ως η πνευματική της κεφαλή, το πρωτείο του δέχεται έντονη αμφισβήτηση από το Πατριαρχείο Μόσχας.  Υπό την ποιμαντική ράβδο της Ρωσικής Εκκλησίας βρίσκεται το 70-80% του παγκοσμίου ορθοδόξου πληθυσμού, συνεπώς πολλοί εντός αυτής θεωρούν ότι εκείνη, η Τρίτη Ρώμη (sic) δικαιούται να έχει διευρυμένο ρόλο.  Η επέκταση της ρωσικής παρουσίας στους Αγίους Τόπους, τα Βαλκάνια, ακόμη και την ίδια την Τουρκία, προκαλεί τριβές με το Φανάρι, το οποίο εκλαμβάνει τις κινήσεις αυτές ως απόπειρες υποβιβασμού της επιρροής του.  Ακόμη, η Ρωσική Εκκλησία λειτουργεί ως το μακρύ χέρι «ήπιας ισχύος» του Κρεμλίνου, και αυτή η εργαλειακή διαπλοκή της με τους στόχους και τα συμφέροντα της ρωσικής εξωτερικής πολιτικής δημιουργεί συχνά προβλήματα με τις άλλες ορθόδοξες εκκλησίες.

Από την άλλη, το Βατικανό έχει τα δικά του προβλήματα.  Η Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία εξακολουθεί να ταλανίζεται από σκάνδαλα και φαινόμενα ηθικής διαφθοράς.  Στη μεταχριστιανική-εκκοσμικευμένη πλέον Δύση η θρησκευτικότητα ολοένα και ξεθωριάζει, κάτι που οδηγεί στην κατακρήμνιση της λαϊκής συμμετοχής στα μυστήρια (γάμος, βάπτιση) και τη λειτουργική ζωή, και συνεπώς μειωμένες οικονομικές εισφορές και κοινωνική επιρροή.  Ένα μεγάλο μέρος της δυτικοευρωπαϊκής και βορειοαμερικανικής ιεραρχίας διαπνέεται από εκσυγχρονιστικό πνεύμα και προωθεί την άμβλυνση της εκκλησιαστικής διδασκαλίας, τακτική όμως που ως τώρα όχι μόνο έχει αφήσει ασυγκίνητο τον πολύ κόσμο, αλλά έχει απογοητεύσει και αποπροσανατολίσει το πιστό ποίμνιο.  Στο δυτικό κόσμο πλέον η ηθική και η κοινωνική πρακτική κινείται με ταχύτητα μακριά από τις χριστιανικές αρχές και η ατζέντα των κοσμικιστών προωθείται πολύ επιθετικά.  Για να το δούμε μαρξιστικά, πλέον το παγκόσμιο καπιταλιστικό σύστημα δε θεωρεί χρήσιμη την συνεργασία του με την εκκλησία και ψάχνει άλλες ιδέες και φορείς για να εμπεδώσει την ιδεολογική του κυριαρχία στην κοινωνία. 

Στον παγκοσμιοποιημένο κόσμο της «ανεκτικότητας», του «πολυπολιτισμού» και του απολύτου καταναλωτισμού-υλισμού, η εκκλησία δεν είναι πλέον προνομιούχος «παίκτης» και μεσοπρόθεσμα η θέση της θα χειροτερεύσει πολύ (από το 1969 ο καρδινάλιος Ράτζινγκερ-αργότερα πάπας Βενέδικτος ΙΣΤ’-προβλέπει μία Καθολική Εκκλησία μικρή, φτωχή και περιθωριοποιημένο στο δυτικό κόσμο).  Αν θεωρήσουμε πως κάποτε υπήρξε μία σύμπλευση του παγκοσμίως κυριάρχου οικονομικοπολιτικού κατεστημένου των Αγγλοσαξόνων (Washington/στρατιωτική ισχύς, City of London/οικονομική ισχύς) με το Βατικανό (η λεγόμενη «Αυτοκρατορία των Πόλεων»), πλέον θα πιεστεί ως τα άκρα.

Και εδώ ερχόμαστε στην επαφή των δύο Εκκλησιών.  Το Βατικανό χρειάζεται την Ορθοδοξία.  Του δίνει πρόσβαση σε περιοχές του κόσμου στρατηγικά σημαντικές και νέες συμμαχίες τη στιγμή που η μακραίωνη σύμπλευση του με τη Δύση οδεύει αργά προς το τέλος της.  Του δίνει μία αρχαία και ζωντανή πνευματικότητα (εξ ου και ο ενθουσιασμός των Δυτικών τις τελευταίες δεκαετίες για την ησυχαστική θεολογία και την φιλοκαλική άσκηση) τη στιγμή που ο ευσεβισμός και ο νομικισμός που επί μακρόν πρέσβευε έχει καταρρεύσει κάτω από το ίδιο του το βάρος.  Το Βατικανό ναι μεν προσπαθεί ακόμη να διατηρήσει τις καλές του σχέσεις εντός του συστήματος της Δύσης, αλλά έχει ταυτόχρονα επίγνωση του ληξιπροθέσμου της θέσης του εντός αυτής.  Το δημογραφικό μέλλον του καθολικισμού δε βρίσκεται στην ατομικίστικη Ευρώπη και Βόρειο Αμερική, αλλά στην Λατινική Αμερική (όπου δέχεται πιέσεις από τους Προτεστάντες), την Αφρική (όπου ο καθολικός πληθυσμός αυξάνεται ραγδαία και η επισκοπική ιεραρχία είναι σκληροπυρηνικά συντηρητική) και την Ασία (όπου ο εκχριστιανισμός της Κίνας και της Κορέας προχωρά αργά αλλά σταθερά).  Τη στιγμή που λαμβάνει χώρα αυτή η μετατόπιση προς τον δημογραφικά ακμαίο και κοινωνικά παραδοσιακό Παγκόσμιο Νότο (Global South), η σύσφιξη των σχέσεων με την Ορθοδοξία έρχεται να συμπληρώσει το σχεδιασμό του Βατικανού για τη νέα του θέση στον κόσμο.

Με τη σειρά του το Φανάρι έχει και εκείνο την ανάγκη της Παποσύνης.  Η Καθολική Εκκλησία έχει ποίμνιο 1,1 δισεκατομμυρίων ανθρώπων (εν συγκρίσει το Οικουμενικό Πατριαρχείο έχει 5,3 εκατομμύρια), αξιόλογη οικονομική ισχύ, υψηλό γόητρο, κοινωνική επιρροή, πρόσβαση σε κορυφαίες δομές και φόρα παγκοσμίου πολιτικής και μεγάλη εμπειρία (know-how) στη διπλωματία και τον πολιτικό χειρισμό πολυπλόκων καταστάσεων.  Η υποστήριξη του Βατικανού είναι πολύτιμη στον αγώνα του Οικουμενικού Πατριαρχείου να επιβιώσει στο αφιλόξενο τουρκικό περιβάλλον αλλά και να αποκτήσει μεγαλύτερο πολιτικό βάθος και αυτοπεποίθηση στο παίγνιο ανταγωνισμού με τη Μόσχα.

Σε έναν κόσμο που αλλάζει τόσο ραγδαία, ακροβατώντας μεταξύ παγκοσμιοποίησης και πολυδιάσπασης, εκκοσμίκευσης και αποεκκοσμίκευσης, εθνικισμού και μαζικών πληθυσμιακών ανακατατάξεων, συμφιλίωσης και τρομοκρατίας, το Φανάρι και το Βατικανό προσπαθούν να βρουν το ένα στο άλλο το καταφύγιο και το «φάρμακο» για την ανασφάλεια τους.  Η διατύπωση προβλέψεων για το μέλλον είναι πολύ ριψοκίνδυνη, όμως μπορούμε να φανταστούμε ότι η συνεργασία θα επεκταθεί και θα διευρυνθεί.  Μία τέτοια εξέλιξη θα είναι πολύ ευχάριστη για όλον τον χριστιανικό κόσμο, με την προϋπόθεση να μη γίνει εις βάρος της Αλήθειας της Πίστεως και της ενδοορθόδοξης ενότητας.
Η πρόσφατη επίσκεψη του Πάπα Φραγκίσκου και του Οικουμενικού Πατριάρχου Βαρθολομαίου στη Λέσβο για να συμπαρασταθούν στους πρόσφυγες τράβηξε τα φώτα της δημοσιότητας και τροφοδότησε το διάλογο για τις οικουμενικές σχέσεις Ορθοδοξίας και Ρωμαιοκαθολικισμού, τις πολιτικές σκοπιμότητες του διομολογιακού διαλόγου, την επιρροή των εκκλησιών στη διεθνή σκηνή κ.α.  Οι επαφές μεταξύ Φαναρίου και Βατικανού είναι συχνές και οι σχέσεις τους θερμές τα τελευταία χρόνια.  Αυτό βέβαια έχει κορυφαία σημασία από εκκλησιαστική και θεολογική άποψη, καθώς αποτελούν συνέχιση της προσπάθειας για επανένωση των δύο εκκλησιών, διαδικασία με κολοσσιαίες πνευματικές και σωτηριολογικές προεκτάσεις για τους πιστούς τους.
Όμως η «ιερά διπλωματία» δεν γίνεται καθαρά για θρησκευτικούς λόγους, ούτε η αποκατάσταση του ρήγματος στο Σώμα Κυρίου είναι το μόνο μέλημα των δύο διαδόχων των Αποστόλων.  Η Παποσύνη και το Οικουμενικό Πατριαρχείο δεν είναι απλά λατρευτικές συσπειρώσεις, είναι δρώντες του διεθνούς συστήματος με εξαιρετικό γόητρο, και αλληλεπιδρούν έντονα με το παγκόσμιο πολιτικό περιβάλλον.  Η προσέγγιση Πρεσβυτέρας και Νέας Ρώμης προσδοκά να δώσει λύσεις στις σοβαρές γεωπολιτικές ανησυχίες που ταλανίζουν τους δύο επισκοπικούς θρόνους τον 21ο αιώνα.
Για να ξεκινήσουμε από τα καθ’ ημάς, το Οικουμενικό Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως βρίσκεται σε δεινή θέση.  Το τουρκικό κράτος τηρεί καθαρά εχθρική στάση προς αυτό και το ρωμαίικο ποίμνιο της Πόλης βαίνει προς εξαφάνιση.  Παρά τις διαρκείς εγκλήσεις από το εξωτερικό, η Θεολογική Σχολή της Χάλκης παραμένει κλειστή.  Οι σχέσεις με την Ελλαδική Εκκλησία δεν είναι οι καλύτερες, ενώ διαρκείς κρίσεις και σχίσματα ταλαιπωρούν τον κατακερματισμένο (ακόμη και βάσει του προτύπου της υγιούς αυτοκεφαλίας και εκκλησιαστικής αυτοδιάθεσης) ορθόδοξο κόσμο.  Και μπορεί ο Οικουμενικός Πατριάρχης να εκτελεί χρέη primi inter pares εντός της Ορθοδοξίας και να προβάλλεται διεθνώς ως η πνευματική της κεφαλή, το πρωτείο του δέχεται έντονη αμφισβήτηση από το Πατριαρχείο Μόσχας.  Υπό την ποιμαντική ράβδο της Ρωσικής Εκκλησίας βρίσκεται το 70-80% του παγκοσμίου ορθοδόξου πληθυσμού, συνεπώς πολλοί εντός αυτής θεωρούν ότι εκείνη, η Τρίτη Ρώμη (sic) δικαιούται να έχει διευρυμένο ρόλο.  Η επέκταση της ρωσικής παρουσίας στους Αγίους Τόπους, τα Βαλκάνια, ακόμη και την ίδια την Τουρκία, προκαλεί τριβές με το Φανάρι, το οποίο εκλαμβάνει τις κινήσεις αυτές ως απόπειρες υποβιβασμού της επιρροής του.  Ακόμη, η Ρωσική Εκκλησία λειτουργεί ως το μακρύ χέρι «ήπιας ισχύος» του Κρεμλίνου, και αυτή η εργαλειακή διαπλοκή της με τους στόχους και τα συμφέροντα της ρωσικής εξωτερικής πολιτικής δημιουργεί συχνά προβλήματα με τις άλλες ορθόδοξες εκκλησίες.
Από την άλλη, το Βατικανό έχει τα δικά του προβλήματα.  Η Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία εξακολουθεί να ταλανίζεται από σκάνδαλα και φαινόμενα ηθικής διαφθοράς.  Στη μεταχριστιανική-εκκοσμικευμένη πλέον Δύση η θρησκευτικότητα ολοένα και ξεθωριάζει, κάτι που οδηγεί στην κατακρήμνιση της λαϊκής συμμετοχής στα μυστήρια (γάμος, βάπτιση) και τη λειτουργική ζωή, και συνεπώς μειωμένες οικονομικές εισφορές και κοινωνική επιρροή.  Ένα μεγάλο μέρος της δυτικοευρωπαϊκής και βορειοαμερικανικής ιεραρχίας διαπνέεται από εκσυγχρονιστικό πνεύμα και προωθεί την άμβλυνση της εκκλησιαστικής διδασκαλίας, τακτική όμως που ως τώρα όχι μόνο έχει αφήσει ασυγκίνητο τον πολύ κόσμο, αλλά έχει απογοητεύσει και αποπροσανατολίσει το πιστό ποίμνιο.  Στο δυτικό κόσμο πλέον η ηθική και η κοινωνική πρακτική κινείται με ταχύτητα μακριά από τις χριστιανικές αρχές και η ατζέντα των κοσμικιστών προωθείται πολύ επιθετικά.  Για να το δούμε μαρξιστικά, πλέον το παγκόσμιο καπιταλιστικό σύστημα δε θεωρεί χρήσιμη την συνεργασία του με την εκκλησία και ψάχνει άλλες ιδέες και φορείς για να εμπεδώσει την ιδεολογική του κυριαρχία στην κοινωνία. 
Στον παγκοσμιοποιημένο κόσμο της «ανεκτικότητας», του «πολυπολιτισμού» και του απολύτου καταναλωτισμού-υλισμού, η εκκλησία δεν είναι πλέον προνομιούχος «παίκτης» και μεσοπρόθεσμα η θέση της θα χειροτερεύσει πολύ (από το 1969 ο καρδινάλιος Ράτζινγκερ-αργότερα πάπας Βενέδικτος ΙΣΤ’-προβλέπει μία Καθολική Εκκλησία μικρή, φτωχή και περιθωριοποιημένο στο δυτικό κόσμο).  Αν θεωρήσουμε πως κάποτε υπήρξε μία σύμπλευση του παγκοσμίως κυριάρχου οικονομικοπολιτικού κατεστημένου των Αγγλοσαξόνων (Washington/στρατιωτική ισχύς, City of London/οικονομική ισχύς) με το Βατικανό (η λεγόμενη «Αυτοκρατορία των Πόλεων»), πλέον θα πιεστεί ως τα άκρα.
Και εδώ ερχόμαστε στην επαφή των δύο Εκκλησιών.  Το Βατικανό χρειάζεται την Ορθοδοξία.  Του δίνει πρόσβαση σε περιοχές του κόσμου στρατηγικά σημαντικές και νέες συμμαχίες τη στιγμή που η μακραίωνη σύμπλευση του με τη Δύση οδεύει αργά προς το τέλος της.  Του δίνει μία αρχαία και ζωντανή πνευματικότητα (εξ ου και ο ενθουσιασμός των Δυτικών τις τελευταίες δεκαετίες για την ησυχαστική θεολογία και την φιλοκαλική άσκηση) τη στιγμή που ο ευσεβισμός και ο νομικισμός που επί μακρόν πρέσβευε έχει καταρρεύσει κάτω από το ίδιο του το βάρος.  Το Βατικανό ναι μεν προσπαθεί ακόμη να διατηρήσει τις καλές του σχέσεις εντός του συστήματος της Δύσης, αλλά έχει ταυτόχρονα επίγνωση του ληξιπροθέσμου της θέσης του εντός αυτής.  Το δημογραφικό μέλλον του καθολικισμού δε βρίσκεται στην ατομικίστικη Ευρώπη και Βόρειο Αμερική, αλλά στην Λατινική Αμερική (όπου δέχεται πιέσεις από τους Προτεστάντες), την Αφρική (όπου ο καθολικός πληθυσμός αυξάνεται ραγδαία και η επισκοπική ιεραρχία είναι σκληροπυρηνικά συντηρητική) και την Ασία (όπου ο εκχριστιανισμός της Κίνας και της Κορέας προχωρά αργά αλλά σταθερά).  Τη στιγμή που λαμβάνει χώρα αυτή η μετατόπιση προς τον δημογραφικά ακμαίο και κοινωνικά παραδοσιακό Παγκόσμιο Νότο (Global South), η σύσφιξη των σχέσεων με την Ορθοδοξία έρχεται να συμπληρώσει το σχεδιασμό του Βατικανού για τη νέα του θέση στον κόσμο.
Με τη σειρά του το Φανάρι έχει και εκείνο την ανάγκη της Παποσύνης.  Η Καθολική Εκκλησία έχει ποίμνιο 1,1 δισεκατομμυρίων ανθρώπων (εν συγκρίσει το Οικουμενικό Πατριαρχείο έχει 5,3 εκατομμύρια), αξιόλογη οικονομική ισχύ, υψηλό γόητρο, κοινωνική επιρροή, πρόσβαση σε κορυφαίες δομές και φόρα παγκοσμίου πολιτικής και μεγάλη εμπειρία (know-how) στη διπλωματία και τον πολιτικό χειρισμό πολυπλόκων καταστάσεων.  Η υποστήριξη του Βατικανού είναι πολύτιμη στον αγώνα του Οικουμενικού Πατριαρχείου να επιβιώσει στο αφιλόξενο τουρκικό περιβάλλον αλλά και να αποκτήσει μεγαλύτερο πολιτικό βάθος και αυτοπεποίθηση στο παίγνιο ανταγωνισμού με τη Μόσχα.
Σε έναν κόσμο που αλλάζει τόσο ραγδαία, ακροβατώντας μεταξύ παγκοσμιοποίησης και πολυδιάσπασης, εκκοσμίκευσης και αποεκκοσμίκευσης, εθνικισμού και μαζικών πληθυσμιακών ανακατατάξεων, συμφιλίωσης και τρομοκρατίας, το Φανάρι και το Βατικανό προσπαθούν να βρουν το ένα στο άλλο το καταφύγιο και το «φάρμακο» για την ανασφάλεια τους.  Η διατύπωση προβλέψεων για το μέλλον είναι πολύ ριψοκίνδυνη, όμως μπορούμε να φανταστούμε ότι η συνεργασία θα επεκταθεί και θα διευρυνθεί.  Μία τέτοια εξέλιξη θα είναι πολύ ευχάριστη για όλον τον χριστιανικό κόσμο, με την προϋπόθεση να μη γίνει εις βάρος της Αλήθειας της Πίστεως και της ενδοορθόδοξης ενότητας.
- See more at: http://neapolitiki.gr/%cf%86%ce%b1%ce%bd%ce%ac%cf%81%ce%b9-%ce%b2%ce%b1%cf%84%ce%b9%ce%ba%ce%b1%ce%bd%cf%8c-%ce%b3%ce%b5%cf%89%cf%80%ce%bf%ce%bb%ce%b9%cf%84%ce%b9%ce%ba%ce%ae-%cf%83%cf%85%ce%bc%ce%bc%ce%b1%cf%87%ce%af/#sthash.6U2o4W6P.dpuf
Η πρόσφατη επίσκεψη του Πάπα Φραγκίσκου και του Οικουμενικού Πατριάρχου Βαρθολομαίου στη Λέσβο για να συμπαρασταθούν στους πρόσφυγες τράβηξε τα φώτα της δημοσιότητας και τροφοδότησε το διάλογο για τις οικουμενικές σχέσεις Ορθοδοξίας και Ρωμαιοκαθολικισμού, τις πολιτικές σκοπιμότητες του διομολογιακού διαλόγου, την επιρροή των εκκλησιών στη διεθνή σκηνή κ.α.  Οι επαφές μεταξύ Φαναρίου και Βατικανού είναι συχνές και οι σχέσεις τους θερμές τα τελευταία χρόνια.  Αυτό βέβαια έχει κορυφαία σημασία από εκκλησιαστική και θεολογική άποψη, καθώς αποτελούν συνέχιση της προσπάθειας για επανένωση των δύο εκκλησιών, διαδικασία με κολοσσιαίες πνευματικές και σωτηριολογικές προεκτάσεις για τους πιστούς τους.
Όμως η «ιερά διπλωματία» δεν γίνεται καθαρά για θρησκευτικούς λόγους, ούτε η αποκατάσταση του ρήγματος στο Σώμα Κυρίου είναι το μόνο μέλημα των δύο διαδόχων των Αποστόλων.  Η Παποσύνη και το Οικουμενικό Πατριαρχείο δεν είναι απλά λατρευτικές συσπειρώσεις, είναι δρώντες του διεθνούς συστήματος με εξαιρετικό γόητρο, και αλληλεπιδρούν έντονα με το παγκόσμιο πολιτικό περιβάλλον.  Η προσέγγιση Πρεσβυτέρας και Νέας Ρώμης προσδοκά να δώσει λύσεις στις σοβαρές γεωπολιτικές ανησυχίες που ταλανίζουν τους δύο επισκοπικούς θρόνους τον 21ο αιώνα.
Για να ξεκινήσουμε από τα καθ’ ημάς, το Οικουμενικό Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως βρίσκεται σε δεινή θέση.  Το τουρκικό κράτος τηρεί καθαρά εχθρική στάση προς αυτό και το ρωμαίικο ποίμνιο της Πόλης βαίνει προς εξαφάνιση.  Παρά τις διαρκείς εγκλήσεις από το εξωτερικό, η Θεολογική Σχολή της Χάλκης παραμένει κλειστή.  Οι σχέσεις με την Ελλαδική Εκκλησία δεν είναι οι καλύτερες, ενώ διαρκείς κρίσεις και σχίσματα ταλαιπωρούν τον κατακερματισμένο (ακόμη και βάσει του προτύπου της υγιούς αυτοκεφαλίας και εκκλησιαστικής αυτοδιάθεσης) ορθόδοξο κόσμο.  Και μπορεί ο Οικουμενικός Πατριάρχης να εκτελεί χρέη primi inter pares εντός της Ορθοδοξίας και να προβάλλεται διεθνώς ως η πνευματική της κεφαλή, το πρωτείο του δέχεται έντονη αμφισβήτηση από το Πατριαρχείο Μόσχας.  Υπό την ποιμαντική ράβδο της Ρωσικής Εκκλησίας βρίσκεται το 70-80% του παγκοσμίου ορθοδόξου πληθυσμού, συνεπώς πολλοί εντός αυτής θεωρούν ότι εκείνη, η Τρίτη Ρώμη (sic) δικαιούται να έχει διευρυμένο ρόλο.  Η επέκταση της ρωσικής παρουσίας στους Αγίους Τόπους, τα Βαλκάνια, ακόμη και την ίδια την Τουρκία, προκαλεί τριβές με το Φανάρι, το οποίο εκλαμβάνει τις κινήσεις αυτές ως απόπειρες υποβιβασμού της επιρροής του.  Ακόμη, η Ρωσική Εκκλησία λειτουργεί ως το μακρύ χέρι «ήπιας ισχύος» του Κρεμλίνου, και αυτή η εργαλειακή διαπλοκή της με τους στόχους και τα συμφέροντα της ρωσικής εξωτερικής πολιτικής δημιουργεί συχνά προβλήματα με τις άλλες ορθόδοξες εκκλησίες.
Από την άλλη, το Βατικανό έχει τα δικά του προβλήματα.  Η Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία εξακολουθεί να ταλανίζεται από σκάνδαλα και φαινόμενα ηθικής διαφθοράς.  Στη μεταχριστιανική-εκκοσμικευμένη πλέον Δύση η θρησκευτικότητα ολοένα και ξεθωριάζει, κάτι που οδηγεί στην κατακρήμνιση της λαϊκής συμμετοχής στα μυστήρια (γάμος, βάπτιση) και τη λειτουργική ζωή, και συνεπώς μειωμένες οικονομικές εισφορές και κοινωνική επιρροή.  Ένα μεγάλο μέρος της δυτικοευρωπαϊκής και βορειοαμερικανικής ιεραρχίας διαπνέεται από εκσυγχρονιστικό πνεύμα και προωθεί την άμβλυνση της εκκλησιαστικής διδασκαλίας, τακτική όμως που ως τώρα όχι μόνο έχει αφήσει ασυγκίνητο τον πολύ κόσμο, αλλά έχει απογοητεύσει και αποπροσανατολίσει το πιστό ποίμνιο.  Στο δυτικό κόσμο πλέον η ηθική και η κοινωνική πρακτική κινείται με ταχύτητα μακριά από τις χριστιανικές αρχές και η ατζέντα των κοσμικιστών προωθείται πολύ επιθετικά.  Για να το δούμε μαρξιστικά, πλέον το παγκόσμιο καπιταλιστικό σύστημα δε θεωρεί χρήσιμη την συνεργασία του με την εκκλησία και ψάχνει άλλες ιδέες και φορείς για να εμπεδώσει την ιδεολογική του κυριαρχία στην κοινωνία. 
Στον παγκοσμιοποιημένο κόσμο της «ανεκτικότητας», του «πολυπολιτισμού» και του απολύτου καταναλωτισμού-υλισμού, η εκκλησία δεν είναι πλέον προνομιούχος «παίκτης» και μεσοπρόθεσμα η θέση της θα χειροτερεύσει πολύ (από το 1969 ο καρδινάλιος Ράτζινγκερ-αργότερα πάπας Βενέδικτος ΙΣΤ’-προβλέπει μία Καθολική Εκκλησία μικρή, φτωχή και περιθωριοποιημένο στο δυτικό κόσμο).  Αν θεωρήσουμε πως κάποτε υπήρξε μία σύμπλευση του παγκοσμίως κυριάρχου οικονομικοπολιτικού κατεστημένου των Αγγλοσαξόνων (Washington/στρατιωτική ισχύς, City of London/οικονομική ισχύς) με το Βατικανό (η λεγόμενη «Αυτοκρατορία των Πόλεων»), πλέον θα πιεστεί ως τα άκρα.
Και εδώ ερχόμαστε στην επαφή των δύο Εκκλησιών.  Το Βατικανό χρειάζεται την Ορθοδοξία.  Του δίνει πρόσβαση σε περιοχές του κόσμου στρατηγικά σημαντικές και νέες συμμαχίες τη στιγμή που η μακραίωνη σύμπλευση του με τη Δύση οδεύει αργά προς το τέλος της.  Του δίνει μία αρχαία και ζωντανή πνευματικότητα (εξ ου και ο ενθουσιασμός των Δυτικών τις τελευταίες δεκαετίες για την ησυχαστική θεολογία και την φιλοκαλική άσκηση) τη στιγμή που ο ευσεβισμός και ο νομικισμός που επί μακρόν πρέσβευε έχει καταρρεύσει κάτω από το ίδιο του το βάρος.  Το Βατικανό ναι μεν προσπαθεί ακόμη να διατηρήσει τις καλές του σχέσεις εντός του συστήματος της Δύσης, αλλά έχει ταυτόχρονα επίγνωση του ληξιπροθέσμου της θέσης του εντός αυτής.  Το δημογραφικό μέλλον του καθολικισμού δε βρίσκεται στην ατομικίστικη Ευρώπη και Βόρειο Αμερική, αλλά στην Λατινική Αμερική (όπου δέχεται πιέσεις από τους Προτεστάντες), την Αφρική (όπου ο καθολικός πληθυσμός αυξάνεται ραγδαία και η επισκοπική ιεραρχία είναι σκληροπυρηνικά συντηρητική) και την Ασία (όπου ο εκχριστιανισμός της Κίνας και της Κορέας προχωρά αργά αλλά σταθερά).  Τη στιγμή που λαμβάνει χώρα αυτή η μετατόπιση προς τον δημογραφικά ακμαίο και κοινωνικά παραδοσιακό Παγκόσμιο Νότο (Global South), η σύσφιξη των σχέσεων με την Ορθοδοξία έρχεται να συμπληρώσει το σχεδιασμό του Βατικανού για τη νέα του θέση στον κόσμο.
Με τη σειρά του το Φανάρι έχει και εκείνο την ανάγκη της Παποσύνης.  Η Καθολική Εκκλησία έχει ποίμνιο 1,1 δισεκατομμυρίων ανθρώπων (εν συγκρίσει το Οικουμενικό Πατριαρχείο έχει 5,3 εκατομμύρια), αξιόλογη οικονομική ισχύ, υψηλό γόητρο, κοινωνική επιρροή, πρόσβαση σε κορυφαίες δομές και φόρα παγκοσμίου πολιτικής και μεγάλη εμπειρία (know-how) στη διπλωματία και τον πολιτικό χειρισμό πολυπλόκων καταστάσεων.  Η υποστήριξη του Βατικανού είναι πολύτιμη στον αγώνα του Οικουμενικού Πατριαρχείου να επιβιώσει στο αφιλόξενο τουρκικό περιβάλλον αλλά και να αποκτήσει μεγαλύτερο πολιτικό βάθος και αυτοπεποίθηση στο παίγνιο ανταγωνισμού με τη Μόσχα.
Σε έναν κόσμο που αλλάζει τόσο ραγδαία, ακροβατώντας μεταξύ παγκοσμιοποίησης και πολυδιάσπασης, εκκοσμίκευσης και αποεκκοσμίκευσης, εθνικισμού και μαζικών πληθυσμιακών ανακατατάξεων, συμφιλίωσης και τρομοκρατίας, το Φανάρι και το Βατικανό προσπαθούν να βρουν το ένα στο άλλο το καταφύγιο και το «φάρμακο» για την ανασφάλεια τους.  Η διατύπωση προβλέψεων για το μέλλον είναι πολύ ριψοκίνδυνη, όμως μπορούμε να φανταστούμε ότι η συνεργασία θα επεκταθεί και θα διευρυνθεί.  Μία τέτοια εξέλιξη θα είναι πολύ ευχάριστη για όλον τον χριστιανικό κόσμο, με την προϋπόθεση να μη γίνει εις βάρος της Αλήθειας της Πίστεως και της ενδοορθόδοξης ενότητας.
- See more at: http://neapolitiki.gr/%cf%86%ce%b1%ce%bd%ce%ac%cf%81%ce%b9-%ce%b2%ce%b1%cf%84%ce%b9%ce%ba%ce%b1%ce%bd%cf%8c-%ce%b3%ce%b5%cf%89%cf%80%ce%bf%ce%bb%ce%b9%cf%84%ce%b9%ce%ba%ce%ae-%cf%83%cf%85%ce%bc%ce%bc%ce%b1%cf%87%ce%af/#sthash.6U2o4W6P.dpuf
Η πρόσφατη επίσκεψη του Πάπα Φραγκίσκου και του Οικουμενικού Πατριάρχου Βαρθολομαίου στη Λέσβο για να συμπαρασταθούν στους πρόσφυγες τράβηξε τα φώτα της δημοσιότητας και τροφοδότησε το διάλογο για τις οικουμενικές σχέσεις Ορθοδοξίας και Ρωμαιοκαθολικισμού, τις πολιτικές σκοπιμότητες του διομολογιακού διαλόγου, την επιρροή των εκκλησιών στη διεθνή σκηνή κ.α.  Οι επαφές μεταξύ Φαναρίου και Βατικανού είναι συχνές και οι σχέσεις τους θερμές τα τελευταία χρόνια.  Αυτό βέβαια έχει κορυφαία σημασία από εκκλησιαστική και θεολογική άποψη, καθώς αποτελούν συνέχιση της προσπάθειας για επανένωση των δύο εκκλησιών, διαδικασία με κολοσσιαίες πνευματικές και σωτηριολογικές προεκτάσεις για τους πιστούς τους.
Όμως η «ιερά διπλωματία» δεν γίνεται καθαρά για θρησκευτικούς λόγους, ούτε η αποκατάσταση του ρήγματος στο Σώμα Κυρίου είναι το μόνο μέλημα των δύο διαδόχων των Αποστόλων.  Η Παποσύνη και το Οικουμενικό Πατριαρχείο δεν είναι απλά λατρευτικές συσπειρώσεις, είναι δρώντες του διεθνούς συστήματος με εξαιρετικό γόητρο, και αλληλεπιδρούν έντονα με το παγκόσμιο πολιτικό περιβάλλον.  Η προσέγγιση Πρεσβυτέρας και Νέας Ρώμης προσδοκά να δώσει λύσεις στις σοβαρές γεωπολιτικές ανησυχίες που ταλανίζουν τους δύο επισκοπικούς θρόνους τον 21ο αιώνα.
Για να ξεκινήσουμε από τα καθ’ ημάς, το Οικουμενικό Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως βρίσκεται σε δεινή θέση.  Το τουρκικό κράτος τηρεί καθαρά εχθρική στάση προς αυτό και το ρωμαίικο ποίμνιο της Πόλης βαίνει προς εξαφάνιση.  Παρά τις διαρκείς εγκλήσεις από το εξωτερικό, η Θεολογική Σχολή της Χάλκης παραμένει κλειστή.  Οι σχέσεις με την Ελλαδική Εκκλησία δεν είναι οι καλύτερες, ενώ διαρκείς κρίσεις και σχίσματα ταλαιπωρούν τον κατακερματισμένο (ακόμη και βάσει του προτύπου της υγιούς αυτοκεφαλίας και εκκλησιαστικής αυτοδιάθεσης) ορθόδοξο κόσμο.  Και μπορεί ο Οικουμενικός Πατριάρχης να εκτελεί χρέη primi inter pares εντός της Ορθοδοξίας και να προβάλλεται διεθνώς ως η πνευματική της κεφαλή, το πρωτείο του δέχεται έντονη αμφισβήτηση από το Πατριαρχείο Μόσχας.  Υπό την ποιμαντική ράβδο της Ρωσικής Εκκλησίας βρίσκεται το 70-80% του παγκοσμίου ορθοδόξου πληθυσμού, συνεπώς πολλοί εντός αυτής θεωρούν ότι εκείνη, η Τρίτη Ρώμη (sic) δικαιούται να έχει διευρυμένο ρόλο.  Η επέκταση της ρωσικής παρουσίας στους Αγίους Τόπους, τα Βαλκάνια, ακόμη και την ίδια την Τουρκία, προκαλεί τριβές με το Φανάρι, το οποίο εκλαμβάνει τις κινήσεις αυτές ως απόπειρες υποβιβασμού της επιρροής του.  Ακόμη, η Ρωσική Εκκλησία λειτουργεί ως το μακρύ χέρι «ήπιας ισχύος» του Κρεμλίνου, και αυτή η εργαλειακή διαπλοκή της με τους στόχους και τα συμφέροντα της ρωσικής εξωτερικής πολιτικής δημιουργεί συχνά προβλήματα με τις άλλες ορθόδοξες εκκλησίες.
Από την άλλη, το Βατικανό έχει τα δικά του προβλήματα.  Η Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία εξακολουθεί να ταλανίζεται από σκάνδαλα και φαινόμενα ηθικής διαφθοράς.  Στη μεταχριστιανική-εκκοσμικευμένη πλέον Δύση η θρησκευτικότητα ολοένα και ξεθωριάζει, κάτι που οδηγεί στην κατακρήμνιση της λαϊκής συμμετοχής στα μυστήρια (γάμος, βάπτιση) και τη λειτουργική ζωή, και συνεπώς μειωμένες οικονομικές εισφορές και κοινωνική επιρροή.  Ένα μεγάλο μέρος της δυτικοευρωπαϊκής και βορειοαμερικανικής ιεραρχίας διαπνέεται από εκσυγχρονιστικό πνεύμα και προωθεί την άμβλυνση της εκκλησιαστικής διδασκαλίας, τακτική όμως που ως τώρα όχι μόνο έχει αφήσει ασυγκίνητο τον πολύ κόσμο, αλλά έχει απογοητεύσει και αποπροσανατολίσει το πιστό ποίμνιο.  Στο δυτικό κόσμο πλέον η ηθική και η κοινωνική πρακτική κινείται με ταχύτητα μακριά από τις χριστιανικές αρχές και η ατζέντα των κοσμικιστών προωθείται πολύ επιθετικά.  Για να το δούμε μαρξιστικά, πλέον το παγκόσμιο καπιταλιστικό σύστημα δε θεωρεί χρήσιμη την συνεργασία του με την εκκλησία και ψάχνει άλλες ιδέες και φορείς για να εμπεδώσει την ιδεολογική του κυριαρχία στην κοινωνία. 
Στον παγκοσμιοποιημένο κόσμο της «ανεκτικότητας», του «πολυπολιτισμού» και του απολύτου καταναλωτισμού-υλισμού, η εκκλησία δεν είναι πλέον προνομιούχος «παίκτης» και μεσοπρόθεσμα η θέση της θα χειροτερεύσει πολύ (από το 1969 ο καρδινάλιος Ράτζινγκερ-αργότερα πάπας Βενέδικτος ΙΣΤ’-προβλέπει μία Καθολική Εκκλησία μικρή, φτωχή και περιθωριοποιημένο στο δυτικό κόσμο).  Αν θεωρήσουμε πως κάποτε υπήρξε μία σύμπλευση του παγκοσμίως κυριάρχου οικονομικοπολιτικού κατεστημένου των Αγγλοσαξόνων (Washington/στρατιωτική ισχύς, City of London/οικονομική ισχύς) με το Βατικανό (η λεγόμενη «Αυτοκρατορία των Πόλεων»), πλέον θα πιεστεί ως τα άκρα.
Και εδώ ερχόμαστε στην επαφή των δύο Εκκλησιών.  Το Βατικανό χρειάζεται την Ορθοδοξία.  Του δίνει πρόσβαση σε περιοχές του κόσμου στρατηγικά σημαντικές και νέες συμμαχίες τη στιγμή που η μακραίωνη σύμπλευση του με τη Δύση οδεύει αργά προς το τέλος της.  Του δίνει μία αρχαία και ζωντανή πνευματικότητα (εξ ου και ο ενθουσιασμός των Δυτικών τις τελευταίες δεκαετίες για την ησυχαστική θεολογία και την φιλοκαλική άσκηση) τη στιγμή που ο ευσεβισμός και ο νομικισμός που επί μακρόν πρέσβευε έχει καταρρεύσει κάτω από το ίδιο του το βάρος.  Το Βατικανό ναι μεν προσπαθεί ακόμη να διατηρήσει τις καλές του σχέσεις εντός του συστήματος της Δύσης, αλλά έχει ταυτόχρονα επίγνωση του ληξιπροθέσμου της θέσης του εντός αυτής.  Το δημογραφικό μέλλον του καθολικισμού δε βρίσκεται στην ατομικίστικη Ευρώπη και Βόρειο Αμερική, αλλά στην Λατινική Αμερική (όπου δέχεται πιέσεις από τους Προτεστάντες), την Αφρική (όπου ο καθολικός πληθυσμός αυξάνεται ραγδαία και η επισκοπική ιεραρχία είναι σκληροπυρηνικά συντηρητική) και την Ασία (όπου ο εκχριστιανισμός της Κίνας και της Κορέας προχωρά αργά αλλά σταθερά).  Τη στιγμή που λαμβάνει χώρα αυτή η μετατόπιση προς τον δημογραφικά ακμαίο και κοινωνικά παραδοσιακό Παγκόσμιο Νότο (Global South), η σύσφιξη των σχέσεων με την Ορθοδοξία έρχεται να συμπληρώσει το σχεδιασμό του Βατικανού για τη νέα του θέση στον κόσμο.
Με τη σειρά του το Φανάρι έχει και εκείνο την ανάγκη της Παποσύνης.  Η Καθολική Εκκλησία έχει ποίμνιο 1,1 δισεκατομμυρίων ανθρώπων (εν συγκρίσει το Οικουμενικό Πατριαρχείο έχει 5,3 εκατομμύρια), αξιόλογη οικονομική ισχύ, υψηλό γόητρο, κοινωνική επιρροή, πρόσβαση σε κορυφαίες δομές και φόρα παγκοσμίου πολιτικής και μεγάλη εμπειρία (know-how) στη διπλωματία και τον πολιτικό χειρισμό πολυπλόκων καταστάσεων.  Η υποστήριξη του Βατικανού είναι πολύτιμη στον αγώνα του Οικουμενικού Πατριαρχείου να επιβιώσει στο αφιλόξενο τουρκικό περιβάλλον αλλά και να αποκτήσει μεγαλύτερο πολιτικό βάθος και αυτοπεποίθηση στο παίγνιο ανταγωνισμού με τη Μόσχα.
Σε έναν κόσμο που αλλάζει τόσο ραγδαία, ακροβατώντας μεταξύ παγκοσμιοποίησης και πολυδιάσπασης, εκκοσμίκευσης και αποεκκοσμίκευσης, εθνικισμού και μαζικών πληθυσμιακών ανακατατάξεων, συμφιλίωσης και τρομοκρατίας, το Φανάρι και το Βατικανό προσπαθούν να βρουν το ένα στο άλλο το καταφύγιο και το «φάρμακο» για την ανασφάλεια τους.  Η διατύπωση προβλέψεων για το μέλλον είναι πολύ ριψοκίνδυνη, όμως μπορούμε να φανταστούμε ότι η συνεργασία θα επεκταθεί και θα διευρυνθεί.  Μία τέτοια εξέλιξη θα είναι πολύ ευχάριστη για όλον τον χριστιανικό κόσμο, με την προϋπόθεση να μη γίνει εις βάρος της Αλήθειας της Πίστεως και της ενδοορθόδοξης ενότητας.
- See more at: http://neapolitiki.gr/%cf%86%ce%b1%ce%bd%ce%ac%cf%81%ce%b9-%ce%b2%ce%b1%cf%84%ce%b9%ce%ba%ce%b1%ce%bd%cf%8c-%ce%b3%ce%b5%cf%89%cf%80%ce%bf%ce%bb%ce%b9%cf%84%ce%b9%ce%ba%ce%ae-%cf%83%cf%85%ce%bc%ce%bc%ce%b1%cf%87%ce%af/#sthash.6U2o4W6P.dpuf
Η πρόσφατη επίσκεψη του Πάπα Φραγκίσκου και του Οικουμενικού Πατριάρχου Βαρθολομαίου στη Λέσβο για να συμπαρασταθούν στους πρόσφυγες τράβηξε τα φώτα της δημοσιότητας και τροφοδότησε το διάλογο για τις οικουμενικές σχέσεις Ορθοδοξίας και Ρωμαιοκαθολικισμού, τις πολιτικές σκοπιμότητες του διομολογιακού διαλόγου, την επιρροή των εκκλησιών στη διεθνή σκηνή κ.α.  Οι επαφές μεταξύ Φαναρίου και Βατικανού είναι συχνές και οι σχέσεις τους θερμές τα τελευταία χρόνια.  Αυτό βέβαια έχει κορυφαία σημασία από εκκλησιαστική και θεολογική άποψη, καθώς αποτελούν συνέχιση της προσπάθειας για επανένωση των δύο εκκλησιών, διαδικασία με κολοσσιαίες πνευματικές και σωτηριολογικές προεκτάσεις για τους πιστούς τους.
Όμως η «ιερά διπλωματία» δεν γίνεται καθαρά για θρησκευτικούς λόγους, ούτε η αποκατάσταση του ρήγματος στο Σώμα Κυρίου είναι το μόνο μέλημα των δύο διαδόχων των Αποστόλων.  Η Παποσύνη και το Οικουμενικό Πατριαρχείο δεν είναι απλά λατρευτικές συσπειρώσεις, είναι δρώντες του διεθνούς συστήματος με εξαιρετικό γόητρο, και αλληλεπιδρούν έντονα με το παγκόσμιο πολιτικό περιβάλλον.  Η προσέγγιση Πρεσβυτέρας και Νέας Ρώμης προσδοκά να δώσει λύσεις στις σοβαρές γεωπολιτικές ανησυχίες που ταλανίζουν τους δύο επισκοπικούς θρόνους τον 21ο αιώνα.
Για να ξεκινήσουμε από τα καθ’ ημάς, το Οικουμενικό Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως βρίσκεται σε δεινή θέση.  Το τουρκικό κράτος τηρεί καθαρά εχθρική στάση προς αυτό και το ρωμαίικο ποίμνιο της Πόλης βαίνει προς εξαφάνιση.  Παρά τις διαρκείς εγκλήσεις από το εξωτερικό, η Θεολογική Σχολή της Χάλκης παραμένει κλειστή.  Οι σχέσεις με την Ελλαδική Εκκλησία δεν είναι οι καλύτερες, ενώ διαρκείς κρίσεις και σχίσματα ταλαιπωρούν τον κατακερματισμένο (ακόμη και βάσει του προτύπου της υγιούς αυτοκεφαλίας και εκκλησιαστικής αυτοδιάθεσης) ορθόδοξο κόσμο.  Και μπορεί ο Οικουμενικός Πατριάρχης να εκτελεί χρέη primi inter pares εντός της Ορθοδοξίας και να προβάλλεται διεθνώς ως η πνευματική της κεφαλή, το πρωτείο του δέχεται έντονη αμφισβήτηση από το Πατριαρχείο Μόσχας.  Υπό την ποιμαντική ράβδο της Ρωσικής Εκκλησίας βρίσκεται το 70-80% του παγκοσμίου ορθοδόξου πληθυσμού, συνεπώς πολλοί εντός αυτής θεωρούν ότι εκείνη, η Τρίτη Ρώμη (sic) δικαιούται να έχει διευρυμένο ρόλο.  Η επέκταση της ρωσικής παρουσίας στους Αγίους Τόπους, τα Βαλκάνια, ακόμη και την ίδια την Τουρκία, προκαλεί τριβές με το Φανάρι, το οποίο εκλαμβάνει τις κινήσεις αυτές ως απόπειρες υποβιβασμού της επιρροής του.  Ακόμη, η Ρωσική Εκκλησία λειτουργεί ως το μακρύ χέρι «ήπιας ισχύος» του Κρεμλίνου, και αυτή η εργαλειακή διαπλοκή της με τους στόχους και τα συμφέροντα της ρωσικής εξωτερικής πολιτικής δημιουργεί συχνά προβλήματα με τις άλλες ορθόδοξες εκκλησίες.
Από την άλλη, το Βατικανό έχει τα δικά του προβλήματα.  Η Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία εξακολουθεί να ταλανίζεται από σκάνδαλα και φαινόμενα ηθικής διαφθοράς.  Στη μεταχριστιανική-εκκοσμικευμένη πλέον Δύση η θρησκευτικότητα ολοένα και ξεθωριάζει, κάτι που οδηγεί στην κατακρήμνιση της λαϊκής συμμετοχής στα μυστήρια (γάμος, βάπτιση) και τη λειτουργική ζωή, και συνεπώς μειωμένες οικονομικές εισφορές και κοινωνική επιρροή.  Ένα μεγάλο μέρος της δυτικοευρωπαϊκής και βορειοαμερικανικής ιεραρχίας διαπνέεται από εκσυγχρονιστικό πνεύμα και προωθεί την άμβλυνση της εκκλησιαστικής διδασκαλίας, τακτική όμως που ως τώρα όχι μόνο έχει αφήσει ασυγκίνητο τον πολύ κόσμο, αλλά έχει απογοητεύσει και αποπροσανατολίσει το πιστό ποίμνιο.  Στο δυτικό κόσμο πλέον η ηθική και η κοινωνική πρακτική κινείται με ταχύτητα μακριά από τις χριστιανικές αρχές και η ατζέντα των κοσμικιστών προωθείται πολύ επιθετικά.  Για να το δούμε μαρξιστικά, πλέον το παγκόσμιο καπιταλιστικό σύστημα δε θεωρεί χρήσιμη την συνεργασία του με την εκκλησία και ψάχνει άλλες ιδέες και φορείς για να εμπεδώσει την ιδεολογική του κυριαρχία στην κοινωνία. 
Στον παγκοσμιοποιημένο κόσμο της «ανεκτικότητας», του «πολυπολιτισμού» και του απολύτου καταναλωτισμού-υλισμού, η εκκλησία δεν είναι πλέον προνομιούχος «παίκτης» και μεσοπρόθεσμα η θέση της θα χειροτερεύσει πολύ (από το 1969 ο καρδινάλιος Ράτζινγκερ-αργότερα πάπας Βενέδικτος ΙΣΤ’-προβλέπει μία Καθολική Εκκλησία μικρή, φτωχή και περιθωριοποιημένο στο δυτικό κόσμο).  Αν θεωρήσουμε πως κάποτε υπήρξε μία σύμπλευση του παγκοσμίως κυριάρχου οικονομικοπολιτικού κατεστημένου των Αγγλοσαξόνων (Washington/στρατιωτική ισχύς, City of London/οικονομική ισχύς) με το Βατικανό (η λεγόμενη «Αυτοκρατορία των Πόλεων»), πλέον θα πιεστεί ως τα άκρα.
Και εδώ ερχόμαστε στην επαφή των δύο Εκκλησιών.  Το Βατικανό χρειάζεται την Ορθοδοξία.  Του δίνει πρόσβαση σε περιοχές του κόσμου στρατηγικά σημαντικές και νέες συμμαχίες τη στιγμή που η μακραίωνη σύμπλευση του με τη Δύση οδεύει αργά προς το τέλος της.  Του δίνει μία αρχαία και ζωντανή πνευματικότητα (εξ ου και ο ενθουσιασμός των Δυτικών τις τελευταίες δεκαετίες για την ησυχαστική θεολογία και την φιλοκαλική άσκηση) τη στιγμή που ο ευσεβισμός και ο νομικισμός που επί μακρόν πρέσβευε έχει καταρρεύσει κάτω από το ίδιο του το βάρος.  Το Βατικανό ναι μεν προσπαθεί ακόμη να διατηρήσει τις καλές του σχέσεις εντός του συστήματος της Δύσης, αλλά έχει ταυτόχρονα επίγνωση του ληξιπροθέσμου της θέσης του εντός αυτής.  Το δημογραφικό μέλλον του καθολικισμού δε βρίσκεται στην ατομικίστικη Ευρώπη και Βόρειο Αμερική, αλλά στην Λατινική Αμερική (όπου δέχεται πιέσεις από τους Προτεστάντες), την Αφρική (όπου ο καθολικός πληθυσμός αυξάνεται ραγδαία και η επισκοπική ιεραρχία είναι σκληροπυρηνικά συντηρητική) και την Ασία (όπου ο εκχριστιανισμός της Κίνας και της Κορέας προχωρά αργά αλλά σταθερά).  Τη στιγμή που λαμβάνει χώρα αυτή η μετατόπιση προς τον δημογραφικά ακμαίο και κοινωνικά παραδοσιακό Παγκόσμιο Νότο (Global South), η σύσφιξη των σχέσεων με την Ορθοδοξία έρχεται να συμπληρώσει το σχεδιασμό του Βατικανού για τη νέα του θέση στον κόσμο.
Με τη σειρά του το Φανάρι έχει και εκείνο την ανάγκη της Παποσύνης.  Η Καθολική Εκκλησία έχει ποίμνιο 1,1 δισεκατομμυρίων ανθρώπων (εν συγκρίσει το Οικουμενικό Πατριαρχείο έχει 5,3 εκατομμύρια), αξιόλογη οικονομική ισχύ, υψηλό γόητρο, κοινωνική επιρροή, πρόσβαση σε κορυφαίες δομές και φόρα παγκοσμίου πολιτικής και μεγάλη εμπειρία (know-how) στη διπλωματία και τον πολιτικό χειρισμό πολυπλόκων καταστάσεων.  Η υποστήριξη του Βατικανού είναι πολύτιμη στον αγώνα του Οικουμενικού Πατριαρχείου να επιβιώσει στο αφιλόξενο τουρκικό περιβάλλον αλλά και να αποκτήσει μεγαλύτερο πολιτικό βάθος και αυτοπεποίθηση στο παίγνιο ανταγωνισμού με τη Μόσχα.
Σε έναν κόσμο που αλλάζει τόσο ραγδαία, ακροβατώντας μεταξύ παγκοσμιοποίησης και πολυδιάσπασης, εκκοσμίκευσης και αποεκκοσμίκευσης, εθνικισμού και μαζικών πληθυσμιακών ανακατατάξεων, συμφιλίωσης και τρομοκρατίας, το Φανάρι και το Βατικανό προσπαθούν να βρουν το ένα στο άλλο το καταφύγιο και το «φάρμακο» για την ανασφάλεια τους.  Η διατύπωση προβλέψεων για το μέλλον είναι πολύ ριψοκίνδυνη, όμως μπορούμε να φανταστούμε ότι η συνεργασία θα επεκταθεί και θα διευρυνθεί.  Μία τέτοια εξέλιξη θα είναι πολύ ευχάριστη για όλον τον χριστιανικό κόσμο, με την προϋπόθεση να μη γίνει εις βάρος της Αλήθειας της Πίστεως και της ενδοορθόδοξης ενότητας.
- See more at: http://neapolitiki.gr/%cf%86%ce%b1%ce%bd%ce%ac%cf%81%ce%b9-%ce%b2%ce%b1%cf%84%ce%b9%ce%ba%ce%b1%ce%bd%cf%8c-%ce%b3%ce%b5%cf%89%cf%80%ce%bf%ce%bb%ce%b9%cf%84%ce%b9%ce%ba%ce%ae-%cf%83%cf%85%ce%bc%ce%bc%ce%b1%cf%87%ce%af/#sthash.6U2o4W6P.dpuf

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Ορθοδοξία, Καθολικισμός και Πόλεμος

ΙΕΡΟΣ ΚΑΙ ΔΙΚΑΙΟΣ ΠΟΛΕΜΟΣ ΤΟ ΜΕΣΑΙΩΝΑ
ΠΡΩΤΗ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ:  Αντίβαρο 14-11-2017
Ο Ιησούς Χριστός έμεινε γνωστός μεταξύ άλλων για την ηπιότητα και πραότητα του.  Δίδασκε τους μαθητές του να απέχουν από τη βία, να μην εκδικούνται, να συγχωρούν, να μην ανταποδίδουν το κακό.  Είναι τα έργα της ειρήνης και της συμφιλίωσης που αρέσουν στο Θεό, και οι χριστιανοί οφείλουν να εργάζονται, τόσο στην προσωπική όσο και στη δημόσια ζωή, για την ομόνοια, την καλοσύνη και την ευσπλαχνία.  Όταν στη Γεσθημανή ο Πέτρος τραυμάτισε με το μαχαίρι του τον Μάλχο, έναν από το εβραϊκό πλήθος που είχε έρθει να συλλάβει το Χριστό, ο τελευταίος τον θεράπευσε και έλεγξε το μαθητή του «μάχαιραν έδωκας, μάχαιραν λάβης» (η φράση «όποιος σκοτώνει με ξίφος θα πεθάνει με ξίφος» επαναλαμβάνεται συχνά στην Παλαιά Διαθήκη).

Emile Durkheim: θρησκεία, ανομία, αυτοκτονία

ΠΡΩΤΗ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ:  ΙΝΣΠΟΛ 17-9-2016 Προτού αναλυθεί το εάν η αποχριστιανοποίηση αποτελεί παράγοντα της κρίσης του δυτικού πολιτισμού, είναι σημαντικό να ερευνηθεί αν έχουν υπάρξει προειδοποιήσεις περί αυτού από διανοητές που έζησαν και στοχάστηκαν την περίοδο του εκείνη ξεκινούσε.  Η αξία των προειδοποιήσεων αυτών είναι ακόμη μεγαλύτερη, όταν εκφέρονται από ανθρώπους όχι οπαδούς της παλαιάς χριστιανικής τάξης πραγμάτων. Σχέσεις θρησκείας και κοινωνίας Ο Αιμίλιος Ντύρκεμ (Emile Durkheim, Γαλλία 1858-1917) συστηματοποίησε και ανέπτυξε την κοινωνιολογία και παράλληλα με τους περίπου συγχρόνους του Μαρξ και Βέμπερ την καθιέρωσε ως πλήρη επιστήμη.  Μεγάλο μέρος της δραστηριότητας και κοινωνιολογικής έρευνας του Ντύρκεμ προσανατολίστηκε στη μετάβαση από την προνεωτερικότητα τη νεωτερικότητα, και πως οι σύγχρονες κοινωνίες ανταποκρίνονται στην έκλειψη των ηθών και των δομών των παραδοσιακών προκατόχων τους.  Στα πλαίσια αυτά, η αποδυνάμωση της θρησκείας και η επίδραση της στην κοινωνική σταθερό…

Γαλλικές εκλογές: Φιγιόν, Λεπέν και στο βάθος... Βανδέα

ΠΡΩΤΗ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ:  Νέα Πολιτική 30-11-2016

Δεν θα μπορούσαμε να ζούμε σε πιο ενδιαφέροντες καιρούς.  Για όσους ασχολούνται με την πολιτική επιστήμη, το 2016 είναι ένας θησαυρός ανατροπών, συνταρακτικών γεγονότων και ραγδαίων ανακατατάξεων.  Μετά την επικράτηση του Francois Fillon στις εσωκομματικές εκλογές της γαλλικής κεντροδεξιάς, πλέον είναι επίσημο [1].  Την προεδρία της Γαλλίας, της πατρίδας του Διαφωτισμού, της ριζοσπαστικότητας και της εκκοσμίκευσης, διεκδικεί αφ’ ενός μία ακροδεξιά εθνικίστρια και αφ’ ετέρου ένας ρωμαιοκαθολικός δεξιός υπερσυντηρητικός από την ευρύτερη περιφέρεια της… Βανδέας.  Ξαφνικά η Le Pen απειλείται από τα δεξιά, με τις λοιπές πολιτικές δυνάμεις της Γαλλίας να κοιτούν αμήχανα, προσπαθώντας να δουν ποιος υποψήφιος θα είναι το «μη χείρον».